Τρίτη, 27 Φεβρουάριος 2007

SOCIAL MEDIA

Social Media Μυθοπλασία – Συμμετενεργοποίηση - Επισφάλεια

δημοσιεύθηκε στην αντιεξουσιαστική επιθεώρηση Βlack Out στο κοινωνικο εργοστασιο τον νοέμβριο του 2006


Δεν είναι τα κυρίαρχα εμπορικά media, δεν είναι αυτόνομα ή εναλλακτικά media όπως το indymedia, δεν έχουν να κάνουν με τις γνωστές μορφές αντιπληροφόρησης, έντυπα – αφίσες - συνθήματα σε τοίχους. Πρόκειται για διαδραστικές αντάρτικες μορφές κοινωνικής συμμετοχής, ονομάζονται Κοινωνικά Μέσα - Social Media και στόχο έχουν να αναταράξουν το πολιτικό τοπίο της νέας χιλιετίας…

Πρόκειται για το πέρασμα από τους αγώνες του no logo, του πολιτισμικού αυτοσχεδιασμού - culture jamming και τις αντιδιαφημίσεις - μεταστροφές «subvertisment» της δεκαετίας του ‘90 και της εποχής της αντιπαγκοσμιοποίησης στα διαδραστικά social media. Χαρακτηριστικά παραδείγματα S.M. αποτελούν το πολυμορφικό project Luther Blisset, τα α-διαφανή μυθιστορήματα των Wu Ming, η περσινή ταινία «United We Stand, Europe Has Α Mission» και τα «fake project» των 0100101110101101, ο επισφαλής San Precario, η μυστηριώδης Serpica Naro και οι ποικίλοι super ήρωες των ανίκητων – «imbattibili» του δικτύου των πρεκάριων στην Ιταλία, το net parade της ευρωπρωτομαγιάς. Είναι επίσης οι αόρατες Spider Mum, Santa Guevara και Multi flex, του δικτύου των Überflüssigen - υπερ-ευέλικτων ή αλλιώς Ρομπέν των Πόλεων στην Γερμανία, η υπέροχη φιγούρα της κλεπτομανούς Winona Ryder που προσκαλεί σε τάνγκο απαλλοτρίωσης στα ισπανικά super market από τους Yomango και πολλά άλλα.

Προϊστορία

Για να αναζητήσουμε τις ρίζες των Social Media θα πρέπει να καταδυθούμε στις πολυσχιδείς μη ιστοριοποιημένες διαδρομές της μεταστροφής και του πολιτισμικού αυτοσχεδιασμού, πράγμα που είναι σχεδόν αδύνατο καθώς η ίδια η πρακτική τους είναι ενας συνδυασμός Graffiti, μοντέρνας τέχνης, πανκ φιλοσοφίας και παμπάλαιας φάρσας.

Σίγουρα όμως αφετηριακά στοιχεία των S.M. βρίσκουμε στα ντανταϊστικά και σουρεαλιστικά παιχνίδια των αρχών του περασμένου αιώνα, στα κινήματα της avant garde και στους καταστασιακούς. Επίσης στα συλλογικά ψευδώνυμα ποιητών και καλλιτεχνών, στα κινήματα λογοκλοπής - plagiarism, στους Fluxus, στα καλλιτεχνικά ταχυδρομικά -mail art- δίκτυα και στους pranksters. Οι πρώτοι που κήρυξαν την δύναμη μιας απλής υπεξαίρεσης, που ορίζεται ως μια εικόνα, ένα μήνυμα ή ένα τεχνούργημα που αποσπάται από το περιβάλλον του για να δημιουργήσει ένα καινούργιο νόημα ήταν οι καταστασιακοί τη δεκαετία του 50’.

Ιδιαίτερη επιρροή στην σύλληψη της ιδέας των S.M. άσκησε το κίνημα των καναδών postpunk νεοϊστών – Neoism, οι οποίοι από τη δεκαετία του ‘80 εμπνεύστηκαν την ιδέα της ανοιχτής σε όλους pop φιγούρας – open pop star, καθώς επίσης και την ιδέα της μυθολογικής περσόνας με τις πολλαπλές οντότητες που μπορούσε ο καθένας να υιοθετήσει, όπως ήταν ο Monty Cantsin και την αντιπατριαρχική trans περσόνα Karen Eliot. Μέσα από τις ομάδες των νεοϊστών ξεπήδησε το 1994 στην Ιταλία το Luther Blissett Project.

Παράλληλα τη δεκαετία του ‘80 αλλά και του ‘90 έχουμε την έκρηξη του Graffiti, του Haking, του Cyberpunk, της Video Art, της Net Art, του Μedia Αrt Αctivism, του Cyber Αctivism των “fake” projects. Όλες οι παραπάνω μορφές πολιτικού και πολιτισμικού αυτοσχεδιασμού εμπλούτισαν την ανταγωνιστική εργαλειοθήκη με ευφάνταστες στρατηγικές ηλεκτρονικής και οπτικοακουστικής ανυπακοής, με στόχο την υπονόμευση του κυρίαρχου μηχανισμού που παράγει, διανέμει, ελέγχει και φιλτράρει την πληροφόρηση και το “life style”.

Προς το τέλος της δεκαετίας του ‘90 παρατηρείται μια σύγκλιση των παραπάνω μορφών έκφρασης σε no logo αγώνες. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία των παραπάνω μορφών πολιτικού και πολιτιστικού ακτιβισμού, ιδίως μέσα από το internet, θεωρείται η διοργάνωση της διαδήλωσης στο Seattle, το 1999 ενάντια στην σύνοδο του Π.Ο.Ε. και η μετέπειτα ανάδυση των παγκόσμιων ραντεβού. Ωστόσο σύντομα φάνηκαν τα όρια της no logo αντιπαράθεσης και τα αδιέξοδα της συγκεντρωτικής μιλιταριστικής σύγκρουσης στους τόπους συνάντησης των πλανητικών αφεντικών. Τα τελευταία χρόνια λοιπόν επιχειρείται το ξεπέρασμα της στείρας μεταστροφής και αντιδιαφήμησης με τη μορφή της μονοθεματικής καμπάνιας προς πιο συνολικές εκφράσεις που να αφορούν πρωτίστως το πεδίο της καθημερινότητας. Με το πέρασμα λοιπόν στη νέα χιλιετία εμφανίζονται στην Ευρώπη κυρίως μέσα απο τους αγώνες των επισφαλών εργαζομένων τα ολοκληρωμένα διαεπικοινωνιακά project τα οποία αποκτούν την ονομασία Social Media.

Χαρακτηριστικά των Social Media







Μυθοπλασία

Βασικό χαρακτηριστικό των Social Media είναι ότι πλάθουν ένα μύθο ή καλύτερα ένα έπος γύρω από μια εύκολα κοινά αναγνωρίσιμη φιγούρα. Το έπος της συγκεκριμένης φιγούρας εξιστορείται και αναπαριστάται την ίδια στιγμή, ή αναπαριστάται καθώς εξιστορείται. Πρόκειται για τη διαδικασία της «μυθοπλασίας». Το εργαστήριο αφηγηματικού ανταρτοπόλεμου Wu Ming - διάδοχοι του Luther Blissett, ορίζει την μυθοπλασία ως «την κοινωνική διεργασία της κατασκευής μύθων, χωρίς να εννοούμε “ψεύτικες ιστορίες”, αλλά ιστορίες κοινές που λέγονται, επαναλαμβάνονται και χρησιμοποιούνται από μία τεράστια και πολυσχιδή κοινότητα, ιστορίες που ίσως δίνουν υπόσταση σε ένα είδος ιεροτελεστίας, μία αίσθηση συνέχειας μεταξύ αυτού που κάνουμε και αυτού που έκαναν άλλοι άνθρωποι στο παρελθόν(…) Οι επαναστάσεις και τα κινήματα πάντα βρίσκουν και αφηγούνται τους δικούς τους μύθους. Μάλιστα ο πλούτος ενός κινήματος εκφράζεται από την ικανότητά του να εμφανίζεται σαν μια πληθώρα ανθρώπων που περιγράφουν τους εαυτούς τους με μια αδιάκοπη, ζωντανή ροή ιστοριών, χρησιμοποιώντας αυτές τις ιστορίες σαν όπλα ώστε να συνθέσουν ένα νέο φαντασιακό ξεκινώντας από τη βάση. Όταν μιλάμε για “μύθους”, εννοούμε ιστορίες που είναι απτές, φτιαγμένες από αίμα, σάρκα και σκατά. (…)

Οι μύθοι είναι απαραίτητοι. Δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί χωρίς να έχουμε ιστορίες για να πούμε ο ένας στον άλλο και να ακούσουμε, χωρίς «ήρωες» των οποίων το παράδειγμα μπορούμε να ακολουθήσουμε ή να απορρίψουμε. Η γλώσσα μας, οι μνήμες μας, η φαντασία μας και η ανάγκη μας να δημιουργούμε κοινότητες είναι τα πράγματα που μας κάνουν να είμαστε ανθρώπινα όντα, και οι ιστορίες είναι που τα κρατούν, που τα συνέχουν όλα αυτά από κοινού. Τα S.M. με τη λειτουργία της μυθοποίησης και της αφήγησης ιστοριών (μυθιστοριοποίηση) συμβάλουν στην κατασκευή του κοινού σώματος.»

Πολλαπλές Ταυτότητες και Κοινό Σώμα

Τα S.M. συμβάλλουν στην κατασκευή του κοινού σώματος, καθώς η φιγούρα που πρωταγωνιστεί στο project έχει το χαρακτήρα της πολλαπλής οντότητας. Ο καθένας ενθαρρύνεται να την υιοθετήσει, να την εμπλουτίσει με μορφολογικά στοιχεία και να την επαναδιαδώσει. Με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται ένα κοινό φαντασιακό διαμέσου των αλληλοεμπνεόμενων επινοήσεων που δημιουργούνται «από κοινού» σε γλωσσικό και συμβολικό επίπεδο.

Η παραγωγή και διάδοση των μυθολογικών φιγούρων, των αφηγήσεων, των νέων λεξιλογίων, μέσα από υπόγεια -στόμα με στόμα- δίκτυα, ό,τι συνθέτει το φαντασιακό ενός S.Μ. είναι μια από τις πιθανές κινήσεις για να ενοποιηθεί ο διακοπτόμενος χρόνος και το τεμαχισμένο διάστημα μεταξύ των διαδηλώσεων, των δράσεων, των γεγονότων, των διαδικασιών, ό,τι μπορεί να ονομαστεί «χρόνος της εξέγερσης», δημιουργώντας μια διαδικασία ενεργής πολιτικής υποκειμενοποίησης μέσα από την οποία σχηματοποιείται ένα πολιτικό κοινό σώμα. Οι αφηγήσεις και οι μύθοι, με λίγα λόγια, δεν είναι απλώς μια υπερ-έκθεση μετά το γεγονός αλλά βασικό κομμάτι της πολιτικής δράσης. Οι διαδραστικές αφηγήσεις των S.Μ. δημιουργούν ένα νέο χώρο επικοινωνίας έξω από τη σφαίρα των κυρίαρχων media. Κατά ένα τρόπο διαστέλλουν τα γνωστά όρια της κοινωνικής

επικοινωνίας και της συλλογικής ευφυίας δημιουργώντας νέους χρονοτόπους συνεύρεσης και κοινωνικής συνεργασίας. Οι αφηγηματικές ασκήσεις των S.M. εξερευνούν τη στατική γεωγραφία της εξουσίας και αυτόσχεδιάζουν τα νομαδικά τοπία της αντίστασης. Συνθέτουν ένα νέο κοινωνικό χώρο δημιουργώντας «πύλες» ανάμεσα στον πραγματικό και τον δυνητικό δημόσιο χώρο. Το κοινό σώμα είναι ένα πληθυντικό σώμα και δομείται μέσα από τα ορατά και αόρατα δίκτυα της κοινωνικής συνεργασίας. Τα S.M. μπορούν γίνουν τα νήματα που συνέχουν το πληθυντικό κοινωνικό σώμα.

Αφαίρεση και Κατάφαση











Η ιδέα των S.M. βασίζεται στην αφαίρεση των ιδεολογημάτων που συνθέτουν τη ζωή στον καπιταλισμό ενώ ταυτοχρόνα δημιουργούνε νέα φαντασιακά βιοσυνόλα γύρω από τις αποδομημένες ταυτότητες της καθημερινότητάς μας.

Τα S.M. δεν περιορίζονται στην άρνηση μιας εξουσιαστικής συνθήκης, ενός νόμου, μιας πολυεθνικής εταιρίας, ενός παγκόσμιου οργανισμού, δεν εξαρτώνται και δεν ετεροκαθορίζονται από τις κινήσεις των αφεντικών και τις συναντήσεις των διεθνών οργανισμών. Πρόκειται για μια κίνηση απεγκλωβισμού από τη φετιχιστική αποκαθήλωση ή μεταστροφή ενός εταιρικού συμβόλου της εποχής της αντιπαγκοσμιοποίησης. Τα S.M. θέλουν να πάνε πιο πέρα, να συνθέσουν και να αφηγηθούν το μύθο μια προταγματικής φιγούρας φορτισμένης με θετικά χαρακτηριστικά, η οποία με ευφάνταστο και χιουμοριστικό τρόπο καθρεπτίζει, διαστρεβλώνει, υπονομεύει και γελοιοποιεί μια υπαρκτή αρνητική συνθήκη ζωής, π.χ. η φιγούρα του επισφαλούς San Precario είναι αυτή ενός πολύ-εργαζόμενου σε σούπερ μάρκετ που διαθέτει πολλά χέρια, στο ένα κρατάει ένα τηλέφωνο, στο άλλο μια εφημερίδα με αγγελίες για δουλειά, στο τρίτο μια σφουγγαρίστρα και στο τέταρτο πατάτες McDonald’s, ενώ ταυτόχρονα όπου εμφανίζεται κάνει θαύματα με πιο συνηθησμένο την αυτομείωση στις τιμές των προϊόντων.

Τα S.M. λειτουργούν σαν ένας ρητορικός μηχανισμός ο οποίος καταφάσκει και θέλει να προκαλέσει δημόσια συζήτηση. Στόχος τους είναι να δημιουργήσουν μια κοινωνική αντίληψη για κάτι, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα πριν. Μέσα από τη διαδικασία της αφαίρεσης τροποποιούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εγγράφονται και κατασκευάζουν το επίπεδο πάνω στο οποίο μπορούν να συνδεθούν με δυνατές σχέσεις έννοιες, δράσεις και νοήματα. Δίνουν υπόσταση σε μια σχέση που δεν είχε όνομα και μορφή βγάζοντας την από την αφάνεια και την άπειρη σχεσιακότητα. Με αυτόν τον τρόπο οι φιγούρες, οι ιστορίες και οι μύθοι είναι η παραγωγή της αφαίρεσης αλλά και η αφαίρεση της παραγωγής.

Προσωρινότητα και Μεταμόρφωση

Ένα επιτυχυμένο S.M. ξέρει πότε να εμφανιστεί και ακόμα καλύτερα οφείλει να ξέρει πότε θα εξαφανιστεί. Μόλις τα ορίσει τα θέαμα θα εξαφανιστούν για να εμφανιστούν κάπου αλλού με νέα μορφή ανανεωμένα και ίσως πιο απειλητικά. Η αποκάλυψη της φάρσας είναι η κορύφωση και ο θάνατος του S.M. project.

Τα S.M. λειτουργούν ως νοηματικές νησίδες, αποτελούν αυτόνομα πειράματα πάνω στην κοινωνική συνεργασία και τους τρόπους ζωής. Δεν έχουν μια προκαθορισμένη μορφή και δομή, στηρίζονται δε στην έκπληξη και τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου. Τα S.M. αποτελούν σχέδια πτήσης για να εξαφανιστούν και να εμφανιστούν σε διαφορετικό χώρο και χρόνο μόλις ονοματιστούν, εκπροσωπηθούν ή διαμεσολαβηθούν. Ωστόσο δεν είναι μια αμυντική τακτική αποφυγής του ελέγχου όπως οι προσωρινές νησίδες του Hakim Bey αλλά πρόκειται για επιθετικά νομαδικά μικρόβια, εικονικοί, ψηφιακοί αλλά και νοηματικοί ιοί που μοριακά διεισδύουν στο αποικημένο από την εξουσία κοινωνικό σώμα. Αναπαράγονται και μεταμορφώνονται μέσα από καλλιτεχνικές performance γέννησης και θανάτου. Λειτουργούν περισσότερο ως χαµαιλέων, είναι «εγκλωβισμένα» σε µια διαρκή διαδικασία µεταµόρφωσης. Τέλος δεν φοβούνται την αφομοίωση αντιθέτως επιζητούν να ενταχθούν στο mainstream ως δούρειος ίππος και τότε η εξαφάνιση του Luther Blisset, του San Precario, της Serpica Naro, της

adeho.gr είναι από μια άποψη τόσο σημαντική όσο και η εμφάνισή τους.

Συμμετενεργοποίηση και Επισφάλεια









Η συμμετοχή σε ένα S.M. project βασίζεται στην ενεργοποίηση και σύνθεση των ποικίλων δεξιοτήτων που διαθέτει ή που εφευρίσκει ο καθένας - καθεμία και που προχωράνε την συνομωσία του project σε παράλληλες κατευθύνσεις. Τα S.M δεν έχουν ένα προκαθορισμένο σχέδιο, ούτε προαποφασισμένους ρόλους, είναι περισσότερο η δυνατότητα ενεργοποίησης με παράλληλες χειρονομίες. Πρόκειται για ένα βιοπολιτικό μηχανισμό συμμετοχής, εμπλοκής και ενεργοποίησης αγώνων, είναι μια από τις πιθανές διαδικασίες συμμετενεργοποίησης – participactivation. Συνωμοτούν, εμπνέουν και ανασυνδυάζουν τις αφηρημένες και διασκορπισμένες διαδρομές των ανθρώπων ενώ ταυτόχρονα προσκαλούν σε αποκρυπτογράφηση των ήδη διαδεδομένων πλαστών πληροφοριών. Κατά αυτόν τον τρόπο δεν έχουν στόχο μια καταναγκαστική ενότητα αλλά ένα συντονισμό των διαφορών. Αποτελούν ένα από τα πιθανά εργαλεία για την τόσο αναγκαία αλλά ακόμα ελλιπή κυκλοφορία των κοινωνικών αγώνων.

Μπορούν να αποτελέσουν τα επικοινωνιακά εργαλεία – όπλα της επισφαλούς γενιάς, διότι η διαδικασία της συμμετενεργοποίησης καρποφορεί εντός των πολλαπλών ταυτοτήτων και της διαρκούς αβεβαιότητας. Μπορούν να γίνουν τα όπλα της γενιάς που είναι εξαναγκασμένη συνεχώς να αυτοσχεδιάζει, να εναλλάσσεται παράλληλους ρόλους και αντιφατικές ταυτότητες, να χρησιμοποιεί γλωσικές, συναισθηματικές και κινητικές performance για να αντεπεξέλθει στην επισφάλεια της εργασίας. Τα S.M. είναι μια από τις πιθανές διαδικασίες όπου η γενική νόηση και οι ανθρώπινες ικανότητες σπάνε τα δεσμά τους με τον καπιταλισμό και την εργασία και συμμαχούν με την αντίσταση. Τα S.M. θέλουν να αντιστρέψουν το καπιταλιστικό μοντέλο της ευελιξίας, της προσωρινότητας, της υπαρξιακής αβεβαιότητας, του άγχους και του φόβου για το μέλλον με το παράδειγμα των νομαδικών πληροφοριών, της ευέλικτης κοινότητας, της ζωής με νόημα και κυρίως με τη δημιουργία μιας νέας αυτοοργανωμένης δημόσιας σφαίρας. Ωστόσο ως απάντηση στην επισφάλεια δεν αναζητούν την γραμμική ασφάλεια της αυστηρής πολιτικής καθαρότητας αλλά θέλουν να είναι πληθυντικά, πολλαπλασιαστικά και συναρπαστικά γοητευτικά. Η διανυσματική παιχνιώδης διάστασή τους τα επιτρέπει να εισχωρούν μοριακά σε χώρους και χρόνους αποικημένους από την εξουσία, νοηματοδοτώντας τις αόρατες καμπυλώσεις της εκμετάλλευσης, μπερδεύοντας τις επιθυμίες, ανακατεύοντας ξανά την τράπουλα. Βασίζονται στη εφευρετικότητα, την συνωμοσία και την αλληλοέμπνευση, ανοικτοί κώδικες, λαθραίες εισχωρήσεις, ελεύθερα λογισμικά, διαδραστικά αυτοκόλλητα, μετεστραμμένες αφίσες, ιστοσελίδες παρωδίες. «Συνωμοτούν και εμπνέουν» σημαίνει ότι κανένα σχέδιο και κανένας προγραμματισμός δεν μπορεί να προβλέψει τις περιπετειώδεις χαοτικές διαδρομές που θα ακολουθήσουν. Οι ανώνυμοι δημιουργοί είναι αρχιτέκτονες ενός λαβυρίνθου όπου η δαιδαλώδης αταξία οδηγείται σε χαοτική τάξη. Πρόκειται για τη λιποταξία των μηνυμάτων από την επίσημη ροή των πληροφοριών για την αποπλάνηση και τον απογαλακτισμό από τις επίσημες νόρμες. Η στρατηγική των S.M. βασίζεται στην παραγωγή νέων νοημάτων και κοινών φαντασιακών. Οι αντιθεσμίσεις των S.M. αποτελούν μια από τις δυνατότητες απάντησης στην υπαρξιακή επισφάλεια των κατεστραμμένων κοινωνικών σχέσεων και μια από τις πιθανές δυνατότητες πολιτικής ιζηματογέννησης του ανταγωνιστικού σώματος.

Ανάδραση – feedback

Τονίσαμε παραπάνω ότι τα αυτόνομα πειράματα των S.M. είναι η δημιουργία μιας νέας πολιτικής και πολιτιστικής γραμματικής πάνω στην κοινωνική συνεργασία και τούτο συμβαίνει διότι οι πρωταγωνιστές τους δεν είναι οι αρχικοί εμπνευστές άλλα οι ανώνυμες παρέες που θα αφηγηθούν και θα συζητήσουν τις μυθολογικές ιστορίες και θα συμμετέχουν στην ενεργοποίηση του project. Η ιδέα των S.M. είναι μια διαδραστική πολύμορφη καμπάνια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα S.M δεν ηγεμονεύονται, δεν έχουν ιδιοκτήτη, είναι αντάρτικη επικοινωνία τόσο ως προς το εξωτερικό, όσο και ως προς το εσωτερικό των κινημάτων.

Βέβαια τα S.M. ίσως να μην προσκαλούν σε επανάσταση, είναι περισσότερο ένας μηχανισμός παραγωγής ερωτημάτων και δημόσιας συζήτησης, γι’ αυτό και η συμμετοχή σε αυτά δεν χωράει στο γραμμικό μοντέλο της στράτευσης – προδοσίας. Η ιδέα των S.M. δεν καλεί παρά σε μικροσκοπικές επιθυμιτικές επαναστάσεις, αλλά προσοχή δε μας ζητάνε να πάρουμε τις επιθυμίες μας για πραγματικότητα αλλά να κατανοήσουμε πως δεν είμαστε μόνοι, πως οι πραγματικότητες των άλλων που μας είναι αόρατες και ξένες μπορούν να παντρευτούν με τις επιθυμίες μας και να τις αποπλανήσουν.

Το σίγουρο είναι ότι οι πολιτικές ομάδες πρέπει να επαναορίσουν την επικοινωνιακή τους στρατηγική και να βρουν το κλειδί για να χτίσουν ένα κοινό φαντασιακό έμπνευσης και συνωμοσίας. Και τότε το τέλος της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας ίσως θα μας βρει να κολυμπάμε σε ένα αρχιπέλαγος από αντάρτικα υβριδιακά Social Media.

Σημειώσεις

Wu Ming

Στα κινεζικά σημαίνει «χωρίς όνομα», πρόκειται για ένα εργαστήρι κοινωνικής λογοτεχνίας ενάντια στην πολιτιστική βιομηχανία. Είναι η μετεξέλιξη από το 1999 και μετά του πενταετούς προγράμματος Luther Blisset. Έχουν παραγάγει έως σήμερα πάνω από 20 επικά μυθιστορήματα και νουβέλες όπως «Άξονας του Πολέμου», «Αρουραίοι και Αίμα» «Havana Glam» με πιο γνωστό το «54» τα οποία διατίθενται ελεύθερα στην ιστοσελίδα τους. Για την απεικόνισή τους, δανείζονται φωτογραφίες άλλων (συνήθως καρέ απο παλιά χολυγουντιανά μιούζικαλ) όπου όλοι φορούν τα ίδια κουστούμια, έχουν την ίδια χορευτική πόζα και πάντα, με επεξεργασία έχουν αφαιρεθεί τα πρόσωπα. Εσκεμμένα και δικαιολογημένα καθώς το μότο που συμπυκνώνει τις προθέσεις των wu ming είναι: «αυτή η επανάσταση είναι απρόσωπη» και η πρακτική τους συνοψίζεται στο «να είμαστε παρόντες, αλλά να μην φαινόμαστε: διαφανείς με τους αναγνώστες, αδιαφανείς με τα media»

Fake Projects

Ιδιαίτερα δηµοφιλή είναι τα λεγόµενα projects απάτης όπου οι Net artists καταλαμβάνουν διαδικτυακούς καλλιτεχνικούς τόπους χωρίς να αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους. Αντιγράφουν στοιχεία από διάφορα µέσα επικοινωνίας και τα περικλείουν σε δικά τους projects. Μέσα από τα έργα τους, προσφέρουν προϊόντα και υπηρεσίες τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγµατικότητα. Το ψέµα και η απάτη διαδραµατίζουν κεντρικό ρόλο. Οι ανυποψίαστοι επισκέπτες (surfers), γίνονται απαραίτητο συστατικό του Νetart project. Τα “fake” projects γεννούν ερωτήματα πάνω στην αλήθεια και την αξιοπιστία της µεταφοράς δεδοµένων σε µια κοινωνία δοµηµένη πάνω στα media και τις νέες τεχνολογίες. Οι Net artists χρησιµοποιούν εικόνες και µεταφορές απο τον αληθινό κόσµο, ανακατασκευάζουν και φέρνουν στα µέτρα τους λογισµικό υπολογιστών και παίζουν µε την ματαιοδοξία των διαδικτυακών επισκεπτών.

www.0100101110101101.org

H ομάδα 0100101110101101 εμφανίστηκε το 1999 στο διαδίκτυο σπέρνοντας τη σύγχυση με το ν’ αντιγράφει ηλεκτρονικές διευθύνσεις, τις οποίες περιλαμβάνει στο δικό της site και έθετε ερωτήματα για τη φύση της ψηφιακής τέχνης στην εποχή του «copy-paste». Το μεγαλύτερο «χτύπημα» ήταν η παραχάραξη της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του Βατικανού (vaticano.org). Το «δικό τους» site περιελάμβανε αιρετικά κείμενα και αλλοιωμένους ψαλμούς με διακηρύξεις υπέρ των αµβλώσεων, του ελεύθερου σεξ, της νοµιµοποίησης των ναρκωτικών και του γάμου των ομοφυλόφιλων. Για έναν περίπου χρόνου το site το επισκέφθηκαν τέσσερα εκατομμύρια άτομα χωρίς να καταλάβουν το παραμικρό. Δεν σταμάτησαν, όμως, εκεί. Έδωσαν και πάλι λαβή για σχόλια, επιβεβαιώνοντας το χαρακτηρισμό τους ως «καλλιτεχνικοί παραχαράκτες», όταν επινόησαν έναν δήθεν Σέρβο καταραμένο καλλιτέχνη, τον Ντάρκο Μάβερ, ενώ στη συνέχεια διέδωσαν τον πρώτο «καλλιτεχνικό» ηλεκτρονικό ιό κατά τη διάρκεια της 49ης Biennale της Βενετίας, το 2001. Το καλοκαίρι του 2003 παγίδεψαν μια ολόκληρη πόλη, όταν έπεισαν τους Βιενέζους πως η Nike είχε την πρόθεση να δώσει το όνομά της σε μια ιστορική πλατεία της Βιένης την Karlsplatz. Όποιος έσπευδε στην πλατεία για να εξακριβώσει το αληθές της φήμης αντίκριζε το Nike Infobox, ένα μικρό “σπιτάκι-showroom” όπου τα blueprints του έργου εκτίθονταν στο κοινό και εξηγούσαν πόσο επαναστατική ήταν η καινούργια καμπάνια της Nike, και πώς θα διαμορφωνόταν η πλατεία. Συγκεκριμένα, υποτίθεται ότι ένα άγαλμα 36 μέτρων στο πλάτος και 15 στο ύψος που απεικονίζει το γνωστό logo της Nike θα τοποθετούταν σε εμφανές σημείο της πλατείας. Πανικοβλημένοι και έκπληκτοι οι κάτοικοι της Βιέννης δημιούργησαν κινήσεις πολιτών ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των δημόσιων χώρων και ενάντια στο κράτος που πουλάει πλατείες της Αυστρίας χωρίς καν να τους έχει ρωτήσει. Το τελευταίο τους project ήταν τον περασμένο χειμώνα, όταν διέδωσαν σε παγκόσμιο επίπεδο την είδηση πως σκηνοθετείται μια κινηματογραφική ταινία με τίτλο: «United We Stand, Europe Has Α Mission». Πρόκειται για ένα χολιγουντιανό blockbuster που έχει παραχθεί εξολοκλήρου στην Ευρώπη. Μια ταινία κατασκοπίας με πατριωτικό προσανατολισμό, στην οποία η Ευρώπη (και όχι οι ΗΠΑ) σώζει τον κόσμο. Στο Βερολίνο, τη Νέα Υόρκη, τις Βρυξέλλες, τη Βαρκελώνη, αναρτήθηκαν αφίσες της ταινίας, στην οποία δήθεν παίζουν γνωστοί ηθοποιοί και όλα τα περιοδικά μιλούν γι’ αυτήν. Όμως, ταινία δεν υπάρχει. «Πρόκειται, όντως, για μια προπαγανδιστική ταινία, όπως ακριβώς ο “Στρατιώτης Ράιαν” ή το “Forrest Gump”. Το “United We Stand...” προβληματίζει σχετικά με τα θέματα της καλλιτεχνικής προπαγάνδας και της ευρωπαϊκής ταυτότητας, και αντιτίθεται στα καλλιτεχνικά στερεότυπα. Είναι ένα σχέδιο που γεννήθηκε από μια ματαίωση. Δεν είχαμε ιδέα για το πώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι η Ευρώπη. Το σχέδιο προβάλλει ερωτήματα, αλλά δεν δίνει απαντήσεις. Όλοι θυμούνται τον Πίτερ Φόντα στον “Ξένοιαστο καβαλάρη”, κανείς δεν είχε εκπλαγεί από το πέτσινο σακάκι του με την αμερικανική σημαία, ενώ το ίδιο σακάκι με την ευρωπαϊκή θα προκαλούσε γέλια. Γιατί η πατριωτική εικονογραφία των ΗΠΑ γίνεται ευρέως αποδεκτή, ενώ όταν εφαρμόζεται στην Ευρώπη προκαλεί χλευασμό;(…) Αποκαλούμε την ενέργειά μας “παράλληλη επικοινωνία” δουλεύουμε σε μια διπλή πίστα: του πραγματικού και του φανταστικού».και όπως λένε «τα Social Media είναι το Rock ‘n’ Roll των Media!»

Luther Blisset

Καλύτερα να φεύγεις μια ώρα αρχύτερα, αφήνοντάς τους με την επιθυμία παρά λίγο αργότερα, κάνοντάς τους να βαριούνται.

Κυρίες και κύριοι, τώρα είναι η ώρα που όλοι χαιρέκακα περιμένατε, τώρα που ο Luther Blissett πέθανε, μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε γι’ αυτόν!

Σε πολλούς το όνομα Luther Blissett θα θυμίσει τον βρετανό ποδοσφαιριστή τζαμαϊκανής καταγωγής που πήρε μεταγραφή στην προ-μπερλουσκονική Milan το 1983. Όμως εδώ μιλάμε για μια πολλαπλή οντότητα, ένα πολλαπλό όνομα. Ο L.B. είναι ένα πολυμεσικό φαινόμενο που έχει ενσαρκωθεί μέσα στα χρόνια σε πολλές περσόνες, απορροφημένες από μια συλλογική και διακλαδιζόμενη ύπαρξη, γεννημένη για να υπονομεύει τους μηχανισμούς και να υπογραμμίζει τις αδυναμίες των media, παθιασμένη με τον αγώνα για τη σημασία της ταυτότητας, της πνευματικής εργασίας, των πνευματικών δικαιωμάτων, της μορφής του συγγραφέα, και εν τέλει για να επεξεργαστεί μια νέα πρακτική κριτικής του καπιταλισμού.

Κατά τη διάρκεια της περιπετειώδους ζωής του, ο L.B. έφερε σε πέρας πολλά επιτυχημένα projects. Εδώ θα κάνω μια παρένθεση, για να σας ομολογήσω ότι κατά κάποιον τρόπο ντρέπομαι να σας κατηχώ για μια προσωπικότητα που σε όλο τον ασεβή της βίο στηρίχτηκε όχι στα εμβριθή αφιερώματα των έγκυρων ΜΜΕ αλλά στη φήμη από στόμα σε στόμα. Με την ελπίδα λοιπόν ότι εσείς όλο και κάποια καυτή λεπτομέρεια παραπάνω θα έχετε να συνεισφέρετε, συνεχίζω τη δραματική τούτη νεκρολογία του μεγάλου δημαγωγού L.B.

Ο Luther Blissett έθεσε τέλος στη ζωή του στην αυγή της χιλιετίας με την τελετουργική πράξη του seppuku. Το seppuku διαφέρει από το harakiri στο ότι μετά τον αυτοχειριασμό, κάποιος αναλαμβάνει να αποκεφαλίσει το νεκρό. Έτσι, οποιοσδήποτε υιοθετήσει το όνομα στο μέλλον, θα συμβάλει συμβολικά στον αποκεφαλισμό του. Με την αυτοκτονία του, ο L.B. αποκήρυξε την εδραίωσή του σαν μια γεωγραφική και λογική ταυτότητα, και απομάκρυνε κάθε πιθανότητα να καταστεί άλλος ένας λαϊκός ήρωας. Αυτό δε σημαίνει ότι ο L.B. πέρασε στην ανυπαρξία, αντίθετα έδωσε το έναυσμα για μια νέα φάση, με ένα ή με χίλια νέα ονόματα, οποιουδήποτε θέλει να πάρει μέρος σε μια ανάλογη πρωτοβουλία. Επιπλέον, δεν είναι δέον να εκλάβουμε την αυτοκτονία του ως μια αμυντική κίνηση ενάντια στην οικειοποίησή του από την βιομηχανία του θεάματος. Ό,τι δεν έχει ταυτότητα δεν είναι οικειοποιήσιμο. Άλλωστε ανέκαθεν το όνειρο του L.B. ήταν να εισαχθεί στο mainstream ως δούρειος ίππος και να ανοίξει τις θύρες των πολλαπλών εμπειριών.

Η περσόνα του Luther Blissett γεννήθηκε το 1994 και λειτούργησε βάσει ενός εξαιρετικά απλού και γι’ αυτό ιδιοφυούς σχεδίου: καθένας μπορούσε να την αναλάβει και να δράσει με την υπογραφή της. Η ιδέα λειτούργησε σαν καλοκουρδισμένη ωρολογιακή βόμβα: οι εφημερίδες ανά την Ευρώπη, έτρεμαν μόλις έπαιρναν στα χέρια τους ένα κείμενο με την αμυδρή έστω αναφορά στον Luther φοβούμενες τη φάρσα της φάρσας όπως πολύ καλά ήξερε να κάνει. Οι συνωμοσιολόγοι βρήκαν νέο παιχνίδι με αποτέλεσμα ο Umberto Eco και άλλοι αριστεροί διανοούμενοι να βλέπουν τη φήμη και τις πωλήσεις τους να ανεβαίνουν κάθετα. Η Net Generation βρήκε τη μηχανή πολλαπλασιασμού του DNA της, παράγοντας με φρενιτιώδεις ρυθμούς sites πάσης φύσεως με overdose έμπνευσης. Και τότε, ο L.B. κυκλοφόρησε το Q(o εκκλησιαστής), ένα ογκώδες αριστοτεχνικά γραμμένο μυθιστόρημα του οποίου η δράση εκτυλίσσεται τον 16ο αιώνα. Και εγένετο best seller. Η Ιερά Εξέταση και η Μεταρρύθμιση γίνονται φύλλο και φτερό. Μόνο αυτά όμως; Για τις αλληγορικές, μεταφορικές, λογοτεχνικές και λοιπές διαστάσεις του θέματος ψάξτε μόνοι σας, μη γινόμαστε και διδακτικοί.

(…) Πάντως, ποτέ μην απογοητεύεστε τόσο εύκολα. Λίγο καιρό μετά τους πολλαπλούς θανάτους, εμφανίζονται περίεργα κρούσματα ανά τον κόσμο. Τρομοκράτες κλέβουν αγάλματα, εικόνες και λοιπά τιμαλφή από ναούς και απαιτούν να δοθούν χρήματα στους φτωχούς για την επιστροφή τους - μια πρακτική που πρώτος εισήγαγε ο Luther, σε μια περίοδο που φιγουράριζε ως Ρομπέν. Μια γρήγορη αναζήτηση στο Google θα σας δώσει πάνω από 100.000 αποτελέσματα σήμερα. Και αν γνωρίζετε κινέζικα, θα βρείτε πλούσιο υλικό για έναν αρχαίο πρόδρομο του εκλιπόντος, τον θρυλικό Wu Ming. Απόσπασμα από τη Νεκρολογία του L.B.

Δευτέρα, 8 Ιανουάριος 2007

η ιστορία των ChainWorkers







CHAINWORKERS


Συνέντευξη με τον Blicero μέλος της μιλανέζικης ομάδας chainworkers
που
επινοησε την φιγουρα (social media) του San Precario και διοργανώνει από το 2001 της πορείες ενάντια στην επισφάλεια κάθε πρωτομαγιά.



H συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο έντυπο ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑ? (εκδ. μάτια του πλήθους - αντιεξουσιαστική επιθεώρηση Black Out στο κοινωνικό εργοστάσιο) τον απρίλιο του 2006

Βασικά δύο είναι οι βασικές συλλογικότητες που υπάρχουν εδώ στο Κοινωνικό Κέντρο Pergola, οι Chainworkers που υπάρχουμε από το 99 και ήμασταν σε μια άλλη κατάληψη, και οι Reload που είναι στην ουσία ένα εργαστήριο χάκερς, που κάνει μαθήματα πάνω στο ελεύθερο λογισμικό κτλ (και αυτή η συλλογικότητα βρισκόνταν στην άλλη κατάληψη).

Αποφασίσαμε να μετακομίσουμε εδώ, πριν από 3 χρόνια περίπου, γιατί θέλαμε ένα χώρο δικό μας, στο δρόμο, με παράθυρα, υπήρχε όλη αυτή η συζήτηση για μεγαλύτερη δημοσιότητα, η πιθανότητα να συναντήσουμε διαφορετικούς ανθρώπους και να τους εμπλέξουμε κτλ. Για αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε κατάληψη σε αυτή τη γειτονιά δύο φορές, μας έδιωξαν δύο φορές, και την τρίτη η αστυνομία ήταν πολύ άγρια.

Έτσι ήρθαμε σε αυτό το μέρος που από παλιά κάναμε μερικά κοινά πρότζεκτ με μια ομάδα εδώ, είχαμε ένα δικτυακό ράδιο,
ο πρώτος χώρος με ένα δικτυακό
ράδιο στο Μιλάνο.

Αυτός ο χώρος εδώ ήταν πρώτα χώρος διαμονής αλλά καθώς τα άτομα μπορούσαν να μείνουν και σε έναν άλλο χώρο, τους προτείναμε να πάνε εκεί και να μετατρέψουμε μαζί, όλο αυτόν εδώ το χώρο, σε κοινωνικό, για κοινωνικές δραστηριότητες με άλλες ομάδες. Ανοίξαμε λοιπόν πρώτα το καφέ, το ράδιο, μετά το hostel κτλ. Το hostel λειτουργεί περίπου ενάμισι χρόνο και έχουν περάσει από εδώ 5000 άτομα. Με πολλούς δεν αλληλεπιδράς αλλά και με πολλούς πραγματικά μιλάς… κάποιοι μάλιστα μένουν εδώ (στο Μιλάνο), άλλοι ξαναγυρίζουν.

Υπάρχουν και οι γυναίκες εδώ από τη γειτονιά που άνοιξαν το vegan restaurant (ΣτΜ- εστιατόριο για όσους δεν τρώνε κρέας ή παράγωγα του κρέατος).


Υπάρχει καλή σύνδεση με τη γειτονιά;

Υπάρχει, ναι, είναι ωραία γειτονιά (Isola), γιατί ιστορικά είναι πολύ γειτονιά της εργατικής τάξης. Συνήθιζε το 60 να είναι μια από τις δύο γειτονιές με τη μεγαλύτερη εγκληματικότητα και είναι πολύ λαϊκή, πολύ εργατική, και τώρα αναδιαμορφώνεται πολύ γιατί θέλουν να την κάνουν περιοχή της μόδας και των διοικητικών υπηρεσιών. Αλλά η γειτονιά δεν παραδίνεται.

Τώρα ο κόσμος που ζει εδώ είναι νέοι κυριλέ ή γέροι που ζουν 80 χρόνια αλλά και πόρνες και τραβεστί και μετανάστες και μικροεγκληματίες και εμείς, είναι μια καλή μίξη (γέλια). Βασικά όλοι μισούν την αστυνομία και γουστάρουν να έχουν μια γειτονιά όπου μπορούν να περπατήσουν και να βρουν ανθρώπους και μικρά μαγαζάκια κτλ. Πρόσφατα το φασιστικό κομμα (τρικολορε-κοινοβουλευτικό κόμμα που συμμαχεί με τον Μπερλουσκόνι) άνοιξε επίσημο γραφείο του εδώ, σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο.

Ενημερώσαμε τους κατοίκους και οι άνθρωποι χάρηκαν που κάποιος το είδε αυτό και έγιναν πιο συμμέτοχοι. Ενημερώσαμε τους φασίστες πως αν βγάλουν τη μύτη τους έξω από το γραφείο τους, αυτό δεν θα διαρκέσει, και έτσι το πολύ να κάνουν 3-4 από αυτούς μια συνάντηση και δεν έρχονται πολλοί, δεν τους βλέπεις. Και είναι καλό γιατί άνθρωποι έρχονται και μας λένε πως καλώς κάναμε φασαρία γιατί αυτοί είναι φασίστες και δεν τους θέλουμε.


Μπορείς να μας κάνεις μια παρουσίαση των Chainworkers, ποιοι είστε, τι κάνετε,
πότε ξεκινήσατε κτλ.

Οι Chainworkers γεννήθηκαν το 99 και δημιουργήθηκαν από 3-4 άτομα. Μεγάλωσαν πολύ γρήγορα αλλά δημιουργήθηκαν από λίγα άτομα, από μια έμπνευση για το τι κάνουν οι adbusters και άλλα sites και δικτυακά προτζεκτ που βοηθούν τους «εργάτες-αλυσίδας» (chainworkers) να επικοινωνήσουν και να οργανώσουν ο ένας τον άλλο…και επίσης υπήρχε θαυμασμός για το IWW

Δηλαδή μετά το Σηάτλ ξεκινήσατε;

Νομίζω ήταν ακριβώς πριν…δεν υπήρχε άμεση σχέση…αλλά ήταν αυτή η περίοδος… δεν υπήρχε άμεση σχέση αλλά με το ξέσπασμα οι ιδέες κυκλοφόρησαν πολύ... νομίζω πως στην αρχή μια βασική ιδέα ήταν ότι οι εργάτες στις μεγάλες αλυσίδες, εταιρείες, έχουν κάτι διαφορετικό …στον τρόπο που τους χειρίζονται κτλ… Εκείνο τον καιρό δεν χρησιμοποιήσαμε τον όρο επισφάλεια (precarity), κανείς δεν τον χρησιμοποιούσε. Αλλά συγκεντρώθηκε η προσοχή σε αυτούς τους εργάτες και νομίζω αυτό ήταν μια καλή πρόβλεψη, σε ένα πρόβλημα που αναδύονταν. Βασικά η ματιά αναπτύχθηκε από την ομάδα αυτών των «εργατών-αλυσίδας» στους επισφαλείς εργάτες γενικά… και όταν ξεκινήσαμε να χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο, επισφάλεια, κανείς δεν συμφωνούσε πραγματικά.

Έλεγαν “οι εργάτες είναι εργάτες, αυτή είναι η εργατική τάξη και αυτό είναι, και το θέμα είναι να οργανώσουμε την εργατική τάξη ενάντια στο κεφάλαιο και αυτό είναι”. Είπαμε πως ίσως δεν είναι τόσο απλό, ίσως υπάρχει κάτι πιο περίπλοκο σε αυτό.

Πότε ξεκινήσατε να χρησιμοποιείται τον όρο αυτό;

Τον επόμενο χρόνο, το 2000. Γιατί αυτό που κάναμε είναι να φανταζόμαστε το mayday parade (παρέλαση/ πορεία της πρωτομαγιάς) και προσπαθούσαμε να το προπαγανδισουμε. Κάναμε κάποιες δράσεις σε σουπερ-μαρκετ και νιώσαμε πως οι επισφαλείς εργάτες, πως η επισφάλεια πραγματικά όριζε για μας πιο είναι το πρόβλημα. Στη συνέχεια υπήρξε πολύ αλληλεπίδραση με τη συλλογικότητα που έτρεχε το κοινωνικό κέντρο και εμάς, τους Chainworkers. Οργανώσαμε την πρώτη πρωτομαγιά το 2001. Ήταν ξεκάθαρα επιτυχία αλλά φυσικά ήταν μικρή, 3-4 χιλιάδες άνθρωποι…

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, υπήρχαν αγώνες από υποκείμενα που μπορούμε να τα πούμε επισφαλή, όπως άνθρωποι σε αλυσίδες καταστημάτων ή σε άλλους τομείς, οι οποίοι ζούσαν κάτω από αυτές τις επισφαλείς συνθήκες π.χ. να είναι προσωρινοί εργάτες χωρίς δικαιώματα; Υπήρχαν αγώνες εκείνη την περίοδο, πριν την εμπλοκή σας με αυτή τη συνθήκη εργασίας - ζωής, που σας ενέπνευσαν ή είχατε επαφή μαζί τους; Ποιά ήταν η κατάσταση;

Όλα ξεκίνησαν σαν ένα δικτυακό περιοδικό που βασικά συνέδεε εργάτες. Είχαμε κάποιους φίλους και κάποιους συντρόφους που δούλευαν έτσι και άρχισαν να “βγάζουν στη φόρα» πληροφορίες, και αρχίσαμε να δίνουμε και εμείς πληροφορίες, και στη συνέχεια προσπαθήσαμε να οργανώσουμε δράσεις για να επικοινωνήσουμε ένα θέμα το οποίο ήρθε από τα μέσα. Και συνεχίζουμε να το κάνουμε αυτό μέχρι τώρα. Γιατί είναι απολύτως αποτελεσματικό απέναντι στην επισφάλεια. Διότι φυσικά αν είσαι σε συνθήκη επισφάλειας δεν μπορείς απλά να κάνεις μια δράση στο μέρος σου γιατί απλά απολύεσαι και αυτό είναι, τελείωσε. Για αυτό πρέπει κάποιος άλλος ή κάποιες άλλες ομάδες να θέσουν το πρόβλημα. Και έτσι είχαμε ανθρώπους μέσα που μας προτείναν πράγματα ή μας έδιναν πληροφορίες. Και ανακαλύψαμε πολύ νωρίς, ακόμα και αν αργότερα είδαμε πιο συστηματικά κάποια πράγματα, πως υπάρχει ένα μοτίβο σε αυτό που κάναμε και προσπαθήσαμε να αναλύσουμε αυτό το μοτίβο, τι σήμαινε, και το κάνουμε μέχρι τώρα. Όταν αρχίσαμε τον Άγιο Πρεκάριο (ΣτΜ: San Precario- παρακάτω εξηγείτε τι είναι και πως προέκυψε) δεν ξέραμε τι θα συμβεί ακριβώς. Απλά νομίζαμε ότι είναι ωραίο, και δούλεψε, και μπορούσε να δουλέψει και όλα ήρθαν μετά από αυτό.

Αλλά για να ξαναπάω πίσω, υπήρχαν άνθρωποι μέσα που μας έδιναν προτάσεις για το τι μπορούσαμε να κάνουμε, μας έδιναν πληροφορίες για το που η εταιρεία είναι αδύναμη και που μπορούμε να οργανώσουμε μια δράση. Έτσι δούλεψε και αποδείχτηκε αποτελεσματικό.


Γιατί νομίζατε πως η επισφάλεια είναι η κύρια λέξη-κλειδί για τα χρόνια που ερχόνταν, γιατί νομίζατε πως αυτό είναι το αναδόμενο κύριο θέμα για τις εργασιακές συνθήκες, για τις συνθήκες ζωής στην Ευρώπη. Kαι επίσης, ποιά ήταν η σύνδεση σας, έτσι όπως βλέπατε την επισφάλεια, με Ιταλούς θεωρητικούς του κινήματος, όπως ο Μπίφο, ο Νέγκρι, ο Βίρνο κ.α.;

Εν συντομία, η απάντηση στη δεύτερη ερώτηση είναι καμία. Για την πρώτη ερώτηση, αυτό που ανακαλύψαμε είναι πως αυτή η λέξη περιγράφει πολύ καλά μια συνθήκη, περιέγραφε τον τρόπο που ζούμε. Γιατί είσαι συνέχεια στην άκρη πολλών κακών και είσαι συνέχεια έτοιμος να πέσεις σε αυτά. Όταν ξεκινήσαμε να τη χρησιμοποιούμε είδαμε ότι πραγματικά ταιριάζει στους ανθρώπους. Οι πολιτικοί δεν τη χρησιμοποιούσαν, οι αναλυτές δεν την χρησιμοποιούσαν, έλεγαν “είναι απλά ένα πολύ μικρό τμήμα της εργασιακής συνθήκης, δεν έχει σημασία, θα εξαφανιστεί με την επόμενη μεταρρύθμιση κτλ. “ και ήμασταν οι μόνοι που έλεγαν πως όχι, όχι, αυτό είναι δομικό, αυτό θα μεγαλώσει, θα περιλαμβάνει όχι μόνο τους προσωρινούς εργάτες ή τα περίεργα συμβόλαια αλλά επίσης π.χ. τους αυτόνομους εργάτες, τους freelance εργάτες που επίσημα είναι επαγγελματίες. Είναι επίσης επισφαλείς πια. Γιατί ακόμα και να θέλεις να κάνεις τον κούριερ πρέπει να έχεις τη δική σου εταιρεία, δεν σε προσλαμβάνουν, σε πληρώνουν σαν freelance κουριερ συνέχεια. Έτσι όλο το βάρος για το ποιός φταίει, για φόρους, για ασθένειες, για ό,τιδήποτε είναι στο δικό σου ώμο. Εννοώ πως σε κάποιο καιρό θα θεωρούν και τους σκουπιδιάρηδες ιδιωτικούς, freelance, “έχω μια εταιρεία, είμαι freelance σκουπιδιάρης”. Έτσι ήμασταν οι μόνοι που λέγαμε πως είναι μια δομική κατάσταση που θα μεγαλώσει και πως πολύ από αυτή είναι “θαμμένη”, δεν τη βλέπεις. Τα επίσημα στατιστικά λένε για 2 εκ. αλλά στην πραγματικότητα είναι 8 εκ. από 20 εκ. εργάτες στην Ιταλία, κοντεύει το 50%. Αυτό είναι δομικό και δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσει πίσω.

Για να γυρίσω στο δεύτερο ερώτημα, στη σύνδεση με προηγούμενους διανοούμενους. Εντάξει, όλοι στην ομάδα διαβάζουμε αλλά η θεωρία με την οποία εμφανιστήκαμε δεν ήρθε από κάποια άλλη θεωρία, υπήρχαν πολλές, μια μίξη πραγμάτων αλλά όχι μια μοναδική αναφορά. Ήταν απλά πρακτική, πράξαμε κάτι, είδαμε ότι δούλευε και τότε γυρίσαμε πίσω και προσπαθήσαμε να το ορίσουμε σε ένα συστηματικό τρόπο έτσι ώστε άλλοι να μπορούν να το αναπαράγουν. Είδαμε πίσω στο mayday, τα πρώτα χρόνια, πραγματικά μεγάλωσε γιατί έφερνε τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στον ορισμό της επισφάλειας. Δεν ήταν πολιτικοί, ήταν απλοί άνθρωποι που βρέθηκαν στο δρόμο και άρχισαν να λένε “δεν είμαι εργάτης, είμαι ένας επισφαλής εργάτης”. Αυτό έκανε μια διαφορά, έκανε μια διαφορά στους ανθρώπους. Γιατί αναγνώριζαν κάτι που πριν δεν έβλεπαν. Η εργασιακή τους κατάσταση και η κατάσταση της ζωής τους δεν ήταν σαν των υπόλοιπων, είχαν συγκεκριμένα προβλήματα και έπρεπε να τα λύσουν αυτά αν θέλουν να ζήσουν καλύτερα. Αυτό ήταν μεγάλο κατόρθωμα. Και έτσι εμείς είπαμε πως είναι αυτή η διαδικασία “να συνωμοτήσουμε”, όπως θέλετε πείτε το. Έτσι λοιπόν δεν ήταν ένα πράγμα από τη θεωρία στην πράξη, ήταν από την πράξη στη θεωρία, έτσι δουλέψαμε.

Απλά πέρσι πήραμε μια συνέντευξη από το Σερτζιο Μπιάνκι και πιστεύουν πως προσπάθησαν να το αναλύσουν από το 90, όλους αυτούς τους όρους, βιοπολιτική, πλήθος, και περιμέναν μετά από 5-6 χρόνια να μεγαλώσει ένα κίνημα που θα επικεντρώσει σε αυτούς τους όρους, ζωή με ευελιξία, και ορίστε, δημιουργείται τώρα, μετά το 2000. Το αναλύσανε το 90 και εμφανίζεται τώρα, μετά από δέκα χρόνια είναι στο δρόμο, ένα νέο κίνημα.

Δεν πιστεύω ότι πραγματικά δούλεψε έτσι. Σίγουρα ο Σέρτζιο είναι πολύ έξυπνος διαννούμενος. Νομίζω πως δεν σκέφτηκαν τη μορφή του κινήματος που εμφανίστηκε, νομίζω πως είχαν μερικές αναλαμπές και παρουσίασαν κάποια θέματα που ήταν σημαντικά όπως η βιοπολιτική κτλ. Και κατάλαβαν πως η έννοια της τάξης σίγουρα άλλαζε αλλά νομίζω πως αυτό που συνέβη στους δρόμους ήταν πολύ περισσότερο από αυτό που πίστευαν. Φυσικά ύστερα οι θεωρίες τους εφάρμοσαν καλά σε κάποια από αυτά (που εμφανίστηκαν), όχι σε όλα αλλά σε κάποια από αυτά. Έτσι αυτό παρουσιάζει μια σύνδεση αλλά όχι μια άμεση σύνδεση.

Λοιπόν, μετά τη σύνδεση που είχατε με τους εργάτες και την ανατροφοδότηση που πήρατε και σας βοήθησε να χτίσετε κάποιες έννοιες και τρόπους για να παρεμβείτε, έγινε το πρώτο mayday. Ήταν οι συμμετέχοντες σε αυτό, άνθρωποι σε τέτοιες συνθήκες;

Στο πρώτο mayday οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν ακτιβιστές. Αυτό που συνέβη ήταν το να συναντήσουμε ανθρώπους από επισφαλείς συνθήκες στο δρόμο, γιατί ήταν parade, έτσι πήγαμε στο κέντρο και μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε πολυ με αυτό. Ήταν από το δεύτερο parade που ξεκινήσαμε μαζί με διαφορετικού τύπου ανθρώπους, και ειδικά από το τρίτο και μετά που είχε 20 000 ανθρώπους. Το κίνημα στο Μιλάνο (ΣτΜ- εννοεί ο “χώρος”), αν τους βάλεις όλους όλους μαζί είναι 2000 άνθρωποι. Έτσι όταν έχεις περισσότερο από αυτό, ε κάποιος άλλος έχει έρθει (γέλια)…πρέπει να καταλάβεις ποιος, αυτό είναι το θέμα, αλλά πραγματικά δούλεψε…. και φυσικά κατά τη διάρκεια των χρόνων επανορίσαμε μια επικοινωνιακή στρατηγική…αλλά σίγουρα αυτό που συνέβη μετά το πρώτο ήταν πως το κλειδί ήταν ικανό να χτίσει ένα κοινό φαντασιακό, κάτι που οι άνθρωποι μπορούν να πουν “ε αυτό ταιριάζει σε μένα, μπορώ να είμαι μέρος του, δεν είμαι εκει, δεν είμαι μόνο εκεί, αλλά αυτό μου ταιριάζει, μιλάμε για το ίδιο πράγμα…και αν μιλάμε
για το ίδιο πράγμα ίσως μπορούμε να κάνουμε πράγματα μαζί, ή απλά να μιλήσουμε για αυτό και να δούμε τι θα συμβεί”…νομίζω πως η κορύφωση αυτού ήταν το 2004, όταν ήταν 50000 άνθρωποι στο δρόμο και ήταν τότε που βγήκαμε με αυτή την ιδέα του Αγίου Πρεκάριου…

η κορύφωση του φαντασιακού ήταν ο Άγιος Πρεκάριος…από τότε η συλλογικότητα μεγάλωσε, ήρθαμε εδώ, πολλά άλλαξαν αλλά αυτή η ιδέα ήταν κρίσιμη…

Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο-τριών χρόνων, αναπτύξατε περισότερες συνδέσεις με “εργάτες αλυσίδας” και επισφαλείς ανθρώπους; Είδατε αλλάγη στην καθημερινή ζωή αυτών των ανθρώπων, παλεύουν περισσότερο;

Ναι, φυσικά. Αυτό που συνέβη ήταν πως, μέρος των ανθρώπων που ξεκινήσαμε να παλεύουμε μαζί, άρχισαν να έρχονται στη συλλογικότητα, να μετέχουν ενεργά, κάποιοι άλλοι έχουν επαφή μαζί μας και όταν είναι να κάνουμε κάτι συναντιόμαστε κτλ. Εκείνο τον καιρό δεν το νιώθαμε έτσι, αλλά ήταν κάθαρο πως ο κρίσιμος μηχανισμός μέσα από τον οποίο μπορείς να χτίσεις ένα δυνατό δίκτυο είναι οι σχέσεις με τους πραγματικούς ανθρώπους. Ακόμα και αν δεν συμμετέχεις στην ίδια συλλογικότητα, που συζητάς συνέχεια κτλ., όταν κάνεις κάτι μαζί και πετυχαίνεις κάτι μαζί και νιώθεις ότι κάνουμε κάτι, τότε αυτός ο δεσμός μένει δυνατός. Και αν είσαι ικανός να τον διατηρήσεις δυνατό, κάνοντας πράγματα συνέχεια μαζί, κάνοντας πράγματα ο ένας για τον άλλο, παλεύοντας μαζί, τότε γίνεται δυνατότερος. Νομίζουμε πως οι ζωές των επισφαλών έγιναν πιο δυνατές από τότε που ξεκινήσαμε. Στην αρχή δεν υπήρχε κανείς, απλά οι άνθρωποι νόμιζαν “εντάξει, αλλάζουν νόμους, και χαρτιά”. Τώρα είναι θυμωμένοι. Τώρα είναι θυμωμένοι με τις συνθήκες εργασίας και ζωής τους. Είναι θυμός. Από το θυμό κάτι μπορεί να γεννηθεί. Ξέρουν πως υπάρχει μια πιθανότητα να παλέψουν. Ίσως δεν ξέρουν όλοι πως να το κάνουν και μόνο κάποιοι περνούν στη δικιά μας συλλογικότητα ή σε κάποια άλλη συλλογικότητα.

Έχετε παραδείγματα όπου εργάτες αυτο-οργανώθηκαν μετά από όλη αυτή την καμπάνια, αυτή τη συνειδητοποίηση για την επισφάλεια;

Ναι απόλυτα. Ας πούμε αυτό με τους Ιmbattibili (οι Ανίκητοι), αυτή η καμπάνια που κάναμε πέρσι για το mayday 2005, το άλμπουμ των Ιmbattibili με τα αυτοκόλλητα. Κάθε αυτοκόλλητο αντιπροσώπευε μια ομάδα εργατών ή ένα κοινωνικό χώρο. Και αυτή η ομάδα εργατών, δεν ήταν ότι εμείς πήγαμε και τους είπαμε “πρέπει να κάνετε το
αυτοκόλλητο”. Ήταν ομάδες εργατών με τους οποίους είχαν σ
υντονιστεί για κάποιο αγώνα και τους είπαμε “ε, κάνουμε αυτό το πράγμα με τα αυτοκόλλητα και τους υπερ-ήρωες, τι λέτε να συμμετάσχετε κτλ”. Κάποιοι είπαν οκ , κάποιοι είπαν “δεν έχουμε χρόνο για αυτό τώρα”. Στο τέλος ήταν 19 ομάδες, όχι όλες ομάδες εργατών, κάποιες ήταν κοινωνικοί χώροι της μητροπολιτικής περιοχής του Μιλάνου. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν αυτο-οργανωμένοι. Και αυτό που μάθαμε από τους εργάτες είναι πως ο τρόπος οργανωσής τους είναι πολύ πιο πρακτικός από τον δικό μας. Αυτό ήταν πολύ καλό για μας. Κάποιοι από έμάς π.χ. εγώ, είχαμε μια ιδεολογική ακαμψία για κάποια πράγματα, όπως “σωματείο ίσον κακό, αυτό είναι, δεν θέλω να μιλώ για αυτό”.

Όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε με ομάδες εργατών ήταν τελείως αυτο-οργανωμένοι. Αλλά χρειαζόταν να μιλήσουν με το διευθυντή του μέρους τους και ο μόνος τρόπος για να το κάνουν ήταν να υπάρχει ο επίσημος αντιπρόσωπος ή κάτι σαν επίσημος αντιπρόσωπος, όμως αυτοί δεν νοιάζονταν, απλά έπαιρναν την αρμοδιότητα, πήγαιναν στο διευθυντή και κάναν χάος. Έτσι μάθαμε πως μπορείς να κάνεις υπέροχα πράγματα όταν ξέρεις τι θέλεις. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις πολλά εργαλεία, συμπεριλαμβανομένου και τα σωματεία με κάποιο τρόπο. Φυσικά, όλα εξαρτώνται από το ποιά είναι η κατάσταση, δεν ισχύει γενικά. Αλλά ήταν ενδιαφέρον γιατί δεν είμασταν μόνο εμείς που στηρίζαμε και ρίχναμε ιδέες για το πως θα χτίσουμε τον αγώνα αλλά επίσης να έχουμε feedback από το πως μια αυτο-οργανωμένη ομάδα. μη-πολιτικοποιημένων ανθρώπων δουλεύει. Για μένα, αυτό μου έδωσε ενόραση σε πράγματα που δεν ήξερα.

Για να συνεχίσουμε την ιστορία του mayday…

…η ιστορία του mayday….τα πρώτα χρόνια μεγάλωνε και μεγάλωνε και περισσότεροι άνθρωποι έρχονταν…μέχρι το δεύτερο ήταν υπόθεση του Μιλάνου…από το τρίτο και μετά γίνεται εθνικό…

Πως συνέβη αυτό, πως γίνεται και διαδίδεται έξω από το Μιλάνο;

Πρώτον, πολλές ενεργές πολιτικές ομάδες, όταν δουν ότι κάτι πραγματικά δουλεύει και μπορεί να τους δώσει κάποια πολιτική περηφάνεια, τότε θέλουν να γίνουν μέρος του. Δεύτερον, είναι καλό το να έχεις κάτι εθνικό και όχι μόνο τοπικό, σημαίνει πως αυτό που συζητάς δεν είναι ένα συγκεκριμένο φαινόμενο. Έτσι αυτό που κάναμε ήταν να διοργανώσουμε μια συνέλευση και να ιδρύσουμε ένα δια-περιφερειακό δίκτυο σε όλη την Ιταλία, για να συζητήσουμε την επισφάλεια και για τους γνωστικούς εργάτες (cognitariat). Γιατί θεωρούσαμε εκείνο τον καιρό πως αυτή η άλλη κατηγορία εργατών ήταν οπωσδήποτε σημαντική στην αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας. Έτσι οι αγώνες και η ικανότητα να δικτυώσεις τους αγώνες σε αυτές τις δύο κατηγορίες εργατών ήταν κάτι σημαντικό στρατηγικά. Έτσι προπαγανδίσαμε αυτά τα πράγματα και ήρθαν πολλοί, φτιάξαμε την e-mail λίστα και πολύ σύντομα ήταν ο μοναδικός εθνικός κόμβος για πολλές ομάδες και συλλογικότητες. Ήταν ένα από τα κύρια ζητήματα για το οποίο το ιταλικό κίνημα μιλούσε, επισφάλεια, όλοι συζητούσαν για αυτό και ήταν ένα συλλογικό βήμα μπροστά. Τον πρώτο χρόνο έμπαινε η επισφάλεια γενικά, τον δεύτερο η κοινωνική επισφάλεια κ.ο.κ. Είναι αλήθεια πως δεν είσαι επισφαλής μόνο λόγω της δουλειάς αλλά δυστυχώς η δουλειά είναι ακόμα ένα μεγάλο μέρος του χρόνου ζωής μας και σίγουρα ευθύνεται για το πόσο μη-χαρούμενη είναι η μέρα μας. Για αυτό πρέπει να φροντίσουμε το ζήτημα των επισφαλών εργατών, όσον αφορά την εργασία, να το πάρουμε σοβαρά όσο παίρνουμε και άλλα ζητήματα ολόγυρα. Έτσι μιλάμε για επισφάλεια της ζωής αλλά θέλουμε να κρατήσουμε το mayday parade πολύ δεμένο με το ζήτημα των επισφαλών εργατών. Φυσικά οποιοσδήποτε μπορεί να βάλει ό,τι θέλει όσον αφορά τα ζητήματα. Το mayday είναι ένα μεγάλο παράθυρο, οποιοσδήποτε μπορεί να το χρησιμοποιήσει, είναι οκ. Αλλά θέλουμε να το δηλώσουμε πολύ καθαρά ότι είναι η μέρα των αυτο-οργανωμένων επισφαλών εργατών.

Για να ξαναγυρίσω στο ζήτημα, το 2003 ήταν εθνικό, ήταν μεγάλο, 40 000 άνθρωποι, και όλοι θέλαν να είναι μέρος του…δεν ξέρω πως να το εξηγήσω αλλά ήταν ένα πολιτικό γεγονός που δεν μπορούσες να χάσεις. Κάποιοι ήρθαν για τη μόδα του, κάποιοι ήρθαν γιατί στις δικές μας πρωτοβουλίες, και στη δουλειά που κάναμε με τους κοντινούς μας, ανακάλυψαν ότι (η επισφάλεια) ήταν ένα σημαντικό ζήτημα για να το λάβεις υπόψιν.

Μετά έχουμε το 2004, με τον Άγιο Πρεκάριο, και νομίζω πως ήταν τότε που υπήρξε μια μεγάλη εξαπλωσή του γιατί κινηθήκαμε από 20-30 χιλιάδες σε 50-80 χιλιάδες, εξαρτάται από τον υπολογισμό… και μίλησε στους ανθρώπους…

την ώρα του πρωινού (της Πρωτομαγιάς) κάναμε αυτές τις σειρές δράσεων και είπαμε “όλοι έρχονται στο Μιλάνο, έρχονται το πρωί και απλά κλείνουμε τα πάντα”. Γιατί ένα άλλο άσχημο με το Μιλάνο είναι ότι οι άνθρωποι δουλεύουν την Πρωτομαγιά. Έτσι αποφασίσαμε συλλογικά σαν ιταλικό δίκτυο mayday να κάνουμε αυτές τις δράσεις και βασικά αυτό που έγινε ήταν όλα τα μαγαζιά του Μιλάνου να είναι κλειστά γιατί δεν ήθελαν να κλείσουν από εμάς, δεν υπήρχε σουπερ-μάρκετ ανοιχτό. Ήταν πραγματικά αστείο γιατί 20 διαφορετικές ομάδες κινήθηκαν από 20 διαφορετικά μέρη της πόλης και πήγαν να κάνουν μπλόκα, πικετοφορίες κτλ. Πήγαμε στο Ζαρα π.χ, την πολυεθνική με ρούχα από την Ισπανία, που είναι κάτω στο κέντρο, γιατί κάποιοι εργάτες από εκεί μας τηλεφώνησαν την προηγούμενη μέρα και μας είπαν “ελάτε, δεν θέλουμε να δουλέψουμε την πρωτομαγιά, σας παρακαλούμε, ελάτε!”. Έτσι πήγαμε με τη samba band (ΣτΜ- ομάδα με ταμπούρλα και άλλα μουσικά όργανα που συμμετέχει σε δράσεις. Οι samba bands είναι πολύ διαδεδομένες στη Δυτική Ευρώπη) και κλείσαμε το μαγαζί και έχασαν περίπου 20.000 ευρώ σε τζίρο, ήταν πολύ θυμωμένοι αλλά και εμείς είμασταν πολύ θυμωμένοι. Θυμάμαι μια εργάτρια να γυρίζει στο αφεντικό της τη πλάτη και να τον κοροϊδεύει. Είναι αληθινό, το βλέπεις, δεν είναι να μιλάς για μια σχέση μπλα μπλα μπλα και να μην υπάρχει τίποτα. Είναι πραγματικά εκεί.

Τον ίδιο καιρό αρχίσαμε να αναπτύσσουμε αυτό το θέμα με τον Άγιο Πρεκάριο. Στην αρχή ξεκίνησε σαν αστείο, θέλαμε μια δυνατή φιγούρα να χρησιμοποιήσουμε ως διαφήμιση κτλ. Είπαμε «ο Άγιος είναι καλός, πιάνει στην Ιταλία, οι μόνοι που δεν έχουν Άγιο είναι οι επισφαλείς…είναι τόσο επισφαλείς και δεν έχουν ούτε έναν Άγιο ρε γαμώτο…» έτσι φτιάξαμε τον Άγιο Πρεκάριο. Ένας φίλος μας άρχισε να φτιάχνει αυτή την ιστορία, εμπνεόμενος από τη δική του εργασιακή συνθήκη…η ιστορία του ονομάζεται «η αποκάλυψη του Αγίου Πρεκάριου»…ο άγιος εμφανίζεται την ώρα που ο φίλος μας κοιμάται και ξυπνά ξαφνικά και λέει “γαμώτο πρέπει να πάω στη δουλειά και μετά να κάνω αυτό και αυτο”, και του εμφανίζεται ο Άγιος Πρεκάριος και του λέει “άκου, υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω ακριβώς σαν εσένα, πήγαινε μαζί τους και κάντε φασαρία” κάτι τέτοιο τελοσπάντων, δεν είναι τα ακριβή λόγια……ξεκίνησε σαν αστείο αλλά όταν πήγαμε να κάνουμε δράση ζητήσαμε από κάποιος εργάτες στο θέατρο, με τους οποίους δουλεύαμε μαζί, να κάνουν ένα άγαλμα, που να μοιάζει με τον Άγιο Πρεκάριο, και κάναμε αυτά τα μικρά εικονίδια με τον άγιο να προσεύχεται. Τότε αρχίσαμε να τα μοιράζουμε και οι άνθρωποι ξετρελάθηκαν, άνθρωποι που δεν είχαμε ποτέ ξαναδεί εδώ έρχονταν και έλεγαν “σας παρακαλώ μπορώ να έχω μερικά ακόμα”, “ τι; ” λέγαμε εμείς, “αυτό το πράγμα, τα εικονίδια”. Τους δίναμε και μετά πηγαίναμε σε μέρη που δεν είχαμε ξαναπάει και έβρισκες την κοπέλα στο ταμείο με το εικονίδιο στην ταμειακή. Ήταν τρέλα, τόσο δυνατή φαντασίωση. Και ήταν πολύ χρήσιμο γιατί την ίδια περίοδο τα επίσημα συνδικάτα άρχισαν να σκέφτονται ότι ίσως έκαναν λάθος στο να μην δώσουν προσοχή σε αυτό που συμβαίνει. Έτσι υπήρξε μια μεγάλη επιχείρηση από το κομμουνιστικό κόμμα και τα επίσημα συνδικάτα να καπελώσουν την πρωτομαγιά, η παρουσία τους να εμποδίσει το αυτο-οργανωμένο σκέλος του. Ήταν πολύ κουραστική διαδικασία γιατί οι συνελεύσεις ήταν εθνικές και μερικές ομάδες έπαιζαν το παιχνίδι αυτών των οργανώσεων και εμείς εκεί προσπαθούσαμε να μεσολαβήσουμε μεταξύ διαφορετικών μερών, των ντισομπιντιεντι, του κομμουνιστικού κόμματος, των άλλων ομάδων κτλ. και να κρατήσουμε σταθερή θέση στο γεγονός πως η πρωτομαγιά είναι των αυτο-οργανωμένων εργατών. Εμείς βάζουμε τα βαν, τη μουσική κτλ, αλλά είναι απλά ευκαιρία, το κάνουμε γιατί έχουμε την ικανότητα να οργανώσουμε ένα βαν, αλλά οι πρωταγωνιστές δεν είμαστε εμείς, δεν είναι η μουσική ή το βαν, είναι οι άνθρωποι.


Είναι πραγματικά ενδιαφέρον το πως μπορείτε να τα βγάλετε πέρα με όλη αυτή την κατάσταση π.χ. άνθρωποι από την Αριστερά με πιο παραδοσιακό παρελθόν να προσπαθούν να καπελώσουν και να ηγεμονεύσουν διαδικασίες κτλ.

Ναι αλλά δεν είναι εύκολο να το κάνουν. Γιατί όταν έχεις ιδέες και είναι καλές…τότε είναι πολύ δύσκολο να ηγεμονεύσεις μια ιδέα που δεν είχες. Άμα αντιγράφεις την ιδέα είναι δύσκολο να την κυριαρχείς. Και από την στιγμή που είμασταν εμείς που προτείναμε ιδέες, τότε είχαμε δικαίωμα να κρατάμε ένα όριο. Ένα όριο σε τι συνέβαινε. Λέγαμε, “οποιοσδήποτε είναι ελεύθερος να συμμετάσχει, αν το κομμουνιστικό κόμμα θέλει να έρθει, και αν τα συνδικάτα θέλουν, κανένα πρόβλημα, αλλά φυσικά μένετε πίσω, αφού ήρθατε τελευταίοι, τώρα τι θέλετε;

Και κυριότερα μένετε ήσυχοι”. Είπανε “ναι, ναι”, για αυτούς ήταν απλά σημαντικό να είναι εκεί. Η απόφαση ήταν πως “σας επιτρέπουμε να είστε εκεί αλλά κάθεστε ησυχα, δεν σπάτε τους κανόνες”.


Το θέμα δεν είναι μόνο αυτό π.χ. ήμαστε στο σταθμό του μετρό και είδαμε τις προεκλογικές αφίσες της κεντροαριστεράς για την επισφάλεια.

Αυτό είναι εξοργιστικό! Γιατί ήταν αυτοί που έκαναν τους νόμους για την επισφάλεια. Οι νόμοι για την επισφάλεια που έχουμε τώρα έγιναν από την αριστερά, όχι από τη δεξιά. Η δεξιά έκανε ένα νόμο το 92, ήταν ο πρώτος που καθόριζε τους επισφαλείς εργάτες. Ο πρόσφατος νόμος που ορίζει τις μορφές της επισφαλούς εργασίας. τις μορφές των συμβολαίων, ήρθε από την Αριστερά. Αυτοί το έκαναν.


Πως νομίζετε ότι θα το αντιμετωπίσετε αυτό;

Αυτό είναι μια άλλη ιστορία, μέχρι τώρα ήταν εύκολο. Κατά κάποιο τρόπο αυτό είναι μια νίκη, αναγκάστηκαν να μιλήσουν για αυτό επειδή κάναμε φασαρία. Αλλιώς ούτε που θα σκέφτονταν να πουν κάτι.

Υπάρχουν κάποιοι άλλοι όροι, όπως “ευελιξία με προστασία” (flexicurity). Πότε εμφανίστηκε αυτός ο όρος;


Αυτό είναι πιο πολύπλοκο. Αυτό εμφανίστηκε όταν άρχισε το mayday να γίνεται εθνικό. Προσπαθούσαμε να σκεφτούμε κάτι, που δεν θα λέει μόνο όσα είμαστε εναντίον κτλ. Ήρθε μια εποχή που σκεφτόμασταν να ορίσουμε μια πλατφόρμα, πως δουλεύουμε με νομι
κά δικαιώματα την επισφάλεια. Δεν είναι ο σκοπός μας να φτιάξουμε νόμους αλλά πρέπει να βάλουμε ένα στοπ σε αυτό που γίνεται. Πρέπει να προωθήσουμε κάποια αιτήματα τα οποία θα είναι ικανά, στα πλαίσια του δημοκρατικού καθεστώτος, να σταματήσουν πραγματικά κάποια από τα προβλήματα. Αν με ρωτήσετε ποιό είναι το ονειρό μου θα σας πω η αυτο-οργάνωση του κόσμου κτλ. Αλλά δυστυχώς ζούμε σε αυτό τον κόσμο, τον οποίο προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε και με ένα προτασιακό μέρος στις συζητήσεις μας. Ποτέ δεν δομήθηκε πλήρως το “ευελιξία με προστασία”, απλά ξεκινήσαμε να το κυκλοφορούμε ως συζήτηση αλλά δεν διερευνήθηκε πολύ. Και σε κάποια στιγμή βρήκαμε στο επίσημο πρόγραμμα πολιτικής της ΕΕ πως αυτός ο όρος χρησιμοποιούταν σαν λέξη που μετατρέπει την επισφάλεια σε κάτι ωραίο, και δεν είμασταν πολύ χαρούμενοι για αυτό. Είναι κάτι που μπορεί να συμβεί.

Για να ξαναπάω πίσω, στην ιστορία του mayday αυτό που ήταν κύριος σκοπός, τουλάχιστον για τους Chainworkers, ήταν να σπρώξουμε περισσότερους ανθρώπους να αυτο-οργανωθούν, να αγωνιστούν και να καλυτερέψουν τη ζωή τους. Αυτό είναι, ό,τι και αν σημαίνει, είναι πολύ πολύ μη-ιδεολογικό. Αν καλυτερέψεις τη ζωή σου, είναι οκ, έκανες έναν αγώνα και τον κέρδισες. Το ξέρουμε, δεν είναι μια επανάσταση, δεν είναι ο επόμενος κόσμος, αλλά παρολαυτά η ζωή σου γίνεται καλύτερη. Το θέμα είναι αν θα καταφέρουμε να πείσουμε πολλούς ανθρώπους πως το πρόβλημα δεν είναι να φτιάξουμε μια στρατιωτική οργάνωση, που θα είναι ικανή να ρίξει κάτω το κράτος. Το πρόβλημα είναι να έχεις ανθρώπους που μιλούν ο ένας στον άλλο, έχουν σχέση ο ένας με τον άλλο, που “συνωμοτούν”. Τότε πραγματικά μπορούν να πετύχουν πολλά πράγματα. Είτε άμεσα, με το να αγωνιστούν και κερδίσουν κάτι, είτε έμμεσα γιατί μοιράζονται πληροφορίες και αυτή η “επισφαλής νοημοσύνη” πραγματικά κάνει ζημιές, είναι πραγματικά δυνατή. Η Serpica Naro (ΣτΜ: Serpica Naro- εξηγείτε παρακάτω τι είναι) έγινε ουσιαστικά με αυτό. Είχαμε ανθρώπους που δούλευαν σε περιοδικά μόδας, είχαμε δυο άτομα από τους Chainworkers που ήταν κούριερ στη μόδα, είχαμε ανθρώπους που κατασκευάζουν σκηνές για τις επιδείξεις μόδας, είχαμε ανθρώπους που έκαναν τα μανεκέν, και ξέραμε πως όλο αυτό δούλευε. Έτσι ξέραμε πως να το εξαπατήσουμε και πως να αυτο-οργανώσουμε ένα πράγμα που ήταν ομορφότερο, καλύτερο, πιο αστείο. Και το κάναμε και ήταν εκπληκτικό, βγήκε πολύ καλά. Δουλέψαμε σαν τρελοί για ένα μήνα, διαδώσαμε στην αστυνομία πως θα σπάσουμε το μέρος που θα έκανε επίδειξη η Serpica Naro και από την άλλη μιλάγαμε με την οργανισμό της εβδομάδας μόδας και λέγαμε “ναι, ναι, είμαστε το γραφείο τύπου της Serpica Naro, α ναι, θέλουν να σπάσουν το μέρος, ω, μην τους κάνετε κάτι, δεν χρειάζεται, είναι καλά παιδιά” και το πιστέψαν όλο! Πήγαμε στη σκηνή και η αστυνομία ήταν εκεί έτοιμη να διαπραγματευτεί και τους είπαμε “τι σκατά κάνετε, έχουμε άδεια για να το κάνουμε αυτό” και οι μπάτσοι τα’ χάσαν “άδεια; Είναι αυτά τα μοντέλα της Serpica Naro”, “ναι, φυσικά, είμαστε εμείς” (γέλια)… “μην το παίζετε χαζοί μαζί μου γιατί θα σας γαμήσω και θα σας βάλω όλους μέσα” – “τι λες τώρα, είναι αλήθεια, κοίτα την επίσημη άδεια από το δημοτικό διοικητικό γραφείο” και ο μπάτσος να λέει “ω σκατά, σκατά”! Ήταν σοκαρισμένοι.

Να μιλήσω λίγο για την “επισφαλή ευφυία”, τη “συνομωσία”…(στη Σερπικα Νάρο) ήταν 200 επισφαλείς εργάτες από διαφορετικά πεδία που έχτισαν το πρότζεκτ της Σερπικα Νάρο. Δεν ήταν ούτε πολιτικοί, ούτε μεγάλες οργανώσεις, ούτε χρήματα, δεν υπήρχε τίποτα. Ήταν απλά άνθρωποι που το έκαναν και πίστεψαν πως είναι κάτι κουλ, κάτι που τους έκανε να νιώσουν πως τελικά κάνουν κάτι στη μόδα για τον εαυτό τους και όχι για τα κωλοαφεντικά. Και είναι αυτό που το έκανε να δουλέψει. Έτσι λοιπόν, εάν αυτός ο τρόπος να κτίσεις πολιτικούς αγώνες μπορεί να μεταδοθεί, τότε σημαίνει πως έχουμε ένα διαφορετικό εργαλείο. Ένα εργαλείο που δεν είναι πια οργάνωση, ιεραρχία κ.α. Που είναι σχέση, συνομωσία και η ικανότητα να εμπλέκεις μη πολιτικοποιημένους ανθρώπους σε αυτά που κάνεις. Γιατί όσο είμαστε μόνο ακτιβιστές, μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, την πιο hardcore δράση κτλ αλλά θα είμαστε εμείς. Και κανείς δεν θα κερδίσει από αυτό παρά μόνο το θέαμα και η περηφάνεια μας. Αλλά οι άνθρωποι, που εντάξει, ίσως μερικές φορές μπορεί και να επωφεληθούν από αυτό που γίνεται, γενικά δεν θα νιώθουν μέρος της δράσης, δεν θα νιώθουν πως ενεργοποίησαν τον εαυτό τους, πως συμμετείχαν σε κάτι που αλλάζει τη ζωή τους. Για μας αυτό είναι που κάνει τον Άγιο Πρεκάριο, τη Serpica Naro, τους Imbattibili, να αξίζουν. Βασικά το όνομα που δίνουμε για όλες αυτές τις διαδικασίες είναι κοινωνικά μήντια. Αντι να πάμε στα καθεστωτικά μήντια ή να προσπαθούμε να παίξουμε τα αυτόνομα μηντια, πιστεύουμε πως αυτά τα εργαλεία είναι κοινωνικά μήντια. Ο Άγιος Πρεκάριος είναι ένα κοινωνικό μέσο γιατί ένωνε ανθρώπους που δεν γνώριζαν ο ένας τον άλλο. Δημιούργησε μια κοινωνική αντίληψη για κάτι εκεί οπου δεν υπήρχε τίποτα. Το ίδιο και η Serpica Naro, το ίδιο και οι Ιmbattibili. Τώρα που ξανακοιτάμε πισω, όλα αυτά δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο. Ο μηχανισμός της συμμετοχής, της εμπλοκής, της ενεργοποίησης και του αγώνα είναι ο ίδιος. Και τα λέμε κοινωνικά μήντια.

Και τι σημαίνει Σερπικα Νάρο;

Η Σέρπικα Ναρο SERPICA NARO είναι μια πλαστή σχεδιάστρια. Είναι αναγραμματισμός του San Precario. Και ψάξαμε να βρούμε ένα όνομα που να ακούγεται σαν σχεδιάστρια μόδας. Έτσι φτιάξαμε το βιβλίο. Φτιάξαμε ψεύτικα ρούχα, ψεύτικες διαφημίσεις, ψεύτικα άρθρα σε εφημερίδες και τα στείλαμε στον οργανισμό της εβδομάδας μόδας λέγοντας πως “είναι μια νέα, αναδυόμενη, γιαπωνέζα, κουλ σχεδιάστρια που έρχεται για πρώτη φορά στο Μιλάνο και πρέπει να κάνετε κάτι, δεν μπορείτε να την αρνηθείτε ακόμα και αν είναι αργά”. Είπαν “έπρεπε να κάνετε την αίτηση χτες”, όμως τους παρακαλέσαμε και μιας και δείξαμε τόσο ενδιαφέρον για την εβδομάδα μόδας μας το επέτρεψαν, ήταν η τελευταία συμμετοχή. Ήταν η απόλυτη αντιστροφή. Κάναμε και πλαστό web magazine με συνέντευξη της Serpica Naro. Το άλλο μέρος της επιχείρησης ήταν να κάνουμε τους ανθρώπους να πιστέψουν πως θα κάνουμε μια δράση ενάντια στη Serpica Naro γιατί παρουσιάσαμε τη Serpica Naro ως δήθεν ριζοσπάστρια που ήθελε να κάνει επίδειξη σε κοινωνικά κέντρα, σε εναλλακτικούς χώρους κτλ. Διαδώσαμε πως αυτό είναι πόλεμος, πως θα κάνουμε φασαρία και θα καταστρέψουμε την επίδειξη. Ήρθαν όλοι, δημοσιογράφοι ήρθαν, άνθρωποι της μόδας ήρθαν, και ανακάλυψαν πως ήταν μια επίδειξη αυτοσχέδιων, χειροποίητων ρούχων της επισφάλειας. Ένα από τα ρούχα π.χ. ήταν 60 μπλουζάκια που μπορείς να βγάλεις ένα-ένα για κάθε μέρα που περιμένεις να πληρωθείς ή ρούχα για τα τηλεφωνικά κέντρα κτλ. Όλα έγιναν από αυτο-παραγωγή, από ανθρώπους που εμπλέξαμε στη διαδικασία. Συνομωσία, αυτό είναι.


Ονομάζεστε chainworkers αλλά με αυτά που κάνετε είστε περισσότερο brainworkers.


Όχι, πες το αυτό στον X που ξυπνάει κάθε πρωί για να μοιράσει αυτά τα κωλοπεριοδικά της μόδας…οκ, καταλαβαίνω τι θες να πεις, χρησιμοποιούμε το μυαλό μας…


Βασικά υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δουλεύουν σε σουπερ-μαρκετ σε σκατοδουλειές και δεν χρησιμοποιούν τόσο τις κοινωνικές τους δεξιότητες ή τη φαντασία τους όπως π.χ. ένας γραφίστας που είναι προσωρινός. Αλλά μπορούμε να πούμε από τις δεξιότητες αν είναι brainworker, πως τελικά ορίζουμε ακριβώς τον brainworker;

Καταρχήν νομίζω πως υπάρχουν περισσότεροι brainworkers που δουλεύουν σε σκατοδουλειές σε σουπερ-μαρκετ επειδή δεν μπορούν να βρουν μια δουλειά, απ’ότι νομίζεις. Δεύτερον, συνομωσία σημαίνει πως ο καθένας συνεισφέρει τις δικές του δεξιότητες σε ένα γενικό σχέδιο. Δηλαδή δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτό που κάναμε (με τη Σερπικα Ναρο) αν δεν είχαμε τεχνικό που θα μπορούσε να κτίσει μια σκηνή από το τίποτα. Τους δίνεις μια έρημο και αυτοί το κάνουν σκηνή. Και δεν το κάνουν επειδή πληρώνονται αλλά επειδή νιώθουν ότι συμμετέχουν τη δεξιότητα τους σε μια γενική οπτική. Το ίδιο και με τους άλλους που κάνουν τα γραφιστικά σχέδια, είναι όπλα. Όταν μιλάς για σχέση και τη δύναμη της σχέσης, για αυτό μιλάς. Για ένα γενικό σχέδιο, που νιώθεις ότι πραγματικά παλεύεις για κάτι, που βάζεις ότι δεξιότητες είσαι. Και μερικές από αυτές τις εφευρισκεις, αν δεν τις εχεις τις εφευρίσκεις. Και μια ομάδα επισφαλών εργατών με τους οποίους κάνουμε καμπάνιες κτλ. εφεύραν. Δεν ήξεραν πως να κάνουν μια διαπραγμάτευση, με τίποτα, δεν ενδιαφέρονταν πως να διαπραγματευτούν τίποτα στη ζωή τους, και κατέληξαν να είναι οι μόνοι που μπορούν να μιλήσουν απέναντι στο αφεντικό τους, πήραν αυτό το ρόλο. Όλα συμβαίνουν γιατί οι άνθρωποι νιώθουν ότι συμμετέχουν σε κάτι. Μερικές φορές χρησιμοποιούμε τη λέξη “συμμετενεργοποίηση” (particapactivation). Είναι ηλίθια λέξη, δεν τη γουστάρω. Αλλά βάζει τη συμμετοχή και την ενεργοποίηση, αυτή είναι η διαδικασία. Τώρα το ξέρουμε, μπορούμε να δούμε τα πράγματα που κάναμε και πως δούλεψαν, όταν όμως τα κάναμε ήταν απλά κάτι φυσικό.

Ίσως όταν ορίζεις τους επισφαλείς εργάτες και τους brainworkers, ίσως να είναι ένας χρήσιμος ορισμός (μεθοδολογικά), αλλά συχνά πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που απλά κάνουν διαφορετικό τύπο δουλειάς και όπου βρίσκονται χρησιμοποιούν διαφορετικού τύπου δεξιότητες που έχουν. Είναι περισσότερο ορισμός του τι δεξιότητες χρησιμοποιούν στη ζωή τους, οι συνθήκες τους ή οι συμπεριφορές τους, οι διαδικασίες που μπορούν να αναπτύξουν. Νομίζω είναι οι ίδιες και για τους δύο.


Blicero, τι βρίσκεται πίσω από το σλόγκαν, “δεν είμαστε μια high τάξη, δεν είμαστε μια low τάξη”…

…”είμαστε η νέα τάξη!” Αυτό προέρχεται από ένα booklet της Serpica Naro, ήταν αστείο, το να το λέει μια σχεδιάστρια μόδας είναι βλακεία, αλλά το να το λέει μια ομάδα αυτο-οργανωμένων εργατών σημαίνει κάτι.

Είπες προηγουμένως πως από την αρχή, άλλα τμήματα του κινήματος, κόμματα κτλ. ήρθαν στο mayday και συμμετείχαν. Ποιά είναι η σχέση σας γενικα, με όλες αυτές τις ομάδες που προσπαθούν να βγάλουν “υπεραξία” από αυτές τις δράσεις;


Κοίτα, το προβλημά μας είναι αυτό. Είμαστε βασικά, με όρους συμπεριφοράς, ελευθεριακοί. Θεωρούμε πως, στα πράγματα που κάνουμε, είναι καλό αν περισσότεροι άνθρωποι συμμετέχουν και αναγνωρίζουν την αξία τους και μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν. Εάν κάναμε τον Άγιο Πρεκάριο και αποφασίζαμε ποιός είναι καλό να το χρησιμοποίησει και ποιός όχι, δεν θα δούλευε. Γιατί έτσι ένας εργάτης θα ένιωθε πως θα πρέπει να μου ζητήσει άδεια για να φωτοτυπήσει την εικόνα του Αγίου. Όχι, είναι ελεύθερος να τη φωτοτυπήσει και να τη μοιράσει και τον προσκαλούμε να το κάνει αυτό. Από την άλλη φυσικά, πιο δομημένες πολιτικές οργανώσεις μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτό προς οφελός τους για να αποκτήσουν ορατότητα από κάτι που δουλεύει. Αλλά ειλικρινά πιστεύω πως η δύναμη των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων είναι κάτι πιο δυνατό από την εργαλειακή χρήση. Εννοω πως το έδαφος που αναπτύξαμε τον Αγιο Πρεκάριο, τη Serpica Naro κτλ., είναι πολύ δυνατό, πολύ βαθύ. Και ακόμα και αν είσαι πολύ καλά οργανωμένος και έχεις πολύ προσοχή από τα μήντια, γιατί μπορείς να πετύχεις πολυ μηντιακή προσοχή, δεν είναι εύκολο να κάνεις τους ανθρώπους να πιστέψουν πως ο Άγιος κτλ. ανήκουν σε σένα. Αυτό είναι που συμβαίνει, όλοι χρησιμοποιούν τον Αγιο Πρεκάριο, απο σωματεία της αυτονομίας μέχρι τους Dissobedienti, εμείς, απλοί εργάτες, όλοι, έτσι κανείς δεν μπορεί να τον ισχυριστεί ως δικό του. Αυτό είναι εντάξει για μας. Το όλο πρόβλημα είναι όταν θέλουν να κάνουν κάτι πολύ άσχημο. Εκεί χρειάζεται λιγάκι πολιτική στρατηγική. Π.χ. ήταν κάποτε που κάποιοι ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τον Άγιο Πρεκάριο για να κατέβουν σε εκλογές. Και έπρεπε να ακολουθήσουμε μια πολιτική στρατηγική για να τους κάνουμε να καταλάβουν πως δεν μπορούν να το κάνουν αυτό. Γιατί άμα το κάνουν θα υπάρχουν μεγάλα προβήματα. Όχι γιατί θα πάμε να σπάσουμε πράγματα κτλ. δεν είμαστε σταλινιστές, αλλά γιατί θα βρούμε ένα τρόπο να πείσουμε όλους τους επισφαλείς ανθρώπους πως χρησιμοποιούν τη ζωή τους για να πάνε στο κωλοκοινοβούλιο.

Όπως τώρα με την Ελιά (Κεντροαριστερά)…

…είδες, δεν χρησιμοποιούν τον Άγιο! Χρησιμοποιούν τον όρο επισφάλεια γιατί όλοι το χρησιμοποιούν πια, αλλά δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον Άγιο, θα νευριάσει και θα τους καταραστεί! Είναι δύσκολο πρόβλημα, φέτος θα είναι περίπλοκο. Χρειάζεται να βρούμε ένα μηχανισμό μέσα από τον οποίο θα συνεχίσουμε με τη διαδικασία αυτο-οργάνωσης χωρίς να την αφήσουμε να καταστραφεί τελείως από την πολιτική των εκλογών.


Ποιά είναι η ιδέα πίσω από την Ευρωπρωτομαγιά (Euromayday);

Το mayday του 2004 προσπαθήσαμε να το κάνουμε ταυτόχρονα σε Μιλάνο και Βαρκελώνη. Ξεκινήσαμε από εκεί γιατί είχαμε καλούς φίλους στη Βαρκελώνη και ήρθαν στα προηγούμενα mayday και ξέραμε ο ένας τον άλλο, ξέραμε τι εννοούσαμε, τη διαδικασία που θέλαμε να ξεκινήσουμε. Ελπίζαμε πως θα είναι ικανοί να το επεκτείνουν στη Βαρκελώνη. Δεν πιστεύω πως δούλεψε πραγματικά αλλά προσπάθησαν. Η ιδέα ήταν στην αρχή, πως φυσικά πρέπει να μεγαλώσουμε, στην Ευρωπαϊκή Ένωση κτλ. αλλά κυρίως επειδή ο πολιτικός τόπος που πρέπει να λαμβάνεις υπόψιν δεν μπορεί να είναι μόνο εκεί που είσαι. Δηλαδή πρέπει να ξεκινήσεις από την τοπική σου κοινότητα, όσον αφορά τον αγώνα κτλ., αλλά πρέπει να έχεις μια οπτική που λαμβάνει υπόψιν τις μεγαλύτερες περιοχές στις οποίες βρίσκεσαι, και σε αυτή την περίπτωση είναι η Ευρώπη, ως γεωγραφικός όρος περισσότερο, όχι τόσο η Ευρώπη ως Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι θέλαμε να ξεκινήσουμε μια διαδικασία όπου επαφή-την-επαφή θα μπορούσαμε να αρχίσουμε ένα δίκτυο, με την ίδια βάση που ξεκινήσαμε το mayday εδώ, με την έμφαση στις σχέσεις, στην αυτο-οργάνωση, όχι μόνο ακτιβιστές κτλ. Το πρώτο mayday στη Βαρκελώνη πήγε καλά. Μετά τον επόμενο χρόνο, προσπαθήσαμε να πείσουμε άλλες ομάδες να κάνουν το ίδιο στις χώρες τους. Συνέβη στους Αυτόνομους Χώρους στο Λονδίνο όπου προτάθηκε να ξεκινήσει μια ευρωπαϊκή διαδικασία πρωτομαγιάς. Νομίζω, αλλά αυτό είναι προσωπική γνώμη, νομίζω πως αυτό ήταν διαφορετικό. Γιατί με αυτό τον τρόπο μόνο δομημένες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για αυτό το κάλεσμα. Θα προτιμούσα μια πιο αργή διαδικασία στην οποία εμείς ή άλλοι, θα πήγαιναν να μιλήσουν σε ομάδες, σε μια πόλη, που τις ξέρουν και τις εμπιστεύονται και γνωρίζουν πως θα το κάνουν με την ίδια οπτική, να ξεκινήσουν δηλαδή τη διαδικασία του mayday. Αλλά ξεκίνησε με αυτό τον τρόπο και ξαφνικά ήταν 10 πόλεις που ήθελαν να το κάνουν. Συναντηθήκαμε και ξεκινήσαμε να μιλάμε για το ποιές είναι οι αρχές που καθοδηγούν την οργάνωση του mayday στο Μιλάνο. Απλά να μοιραστούμε κάτι που δουλεύει και εμπνέει τους άλλους. Πιστεύω πως κάποιοι το κατάλαβαν, άλλοι μάλλον όχι. Το ζουμί είναι πως αυτή η διαδικασία είναι πολύτιμη για να μιλήσεις για την επισφάλεια στο ευρωπαικό πολιτικό τοπίο, είναι σημαντική. Δεν νομίζω πως αναπτύχθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αλλά είναι αυτό που είναι. Αν δεν προσπαθήσουμε να το κάνουμε καλύτερο…… είναι μια καλή ευκαιρία, δεν πρέπει να τη χάσουμε.


Το θέμα είναι πως βασικά υπάρχουν δύο ταχύτητες, η ιταλία είναι μια διαφορετική ιστορία, γιατί ξεκίνησε από εδώ, είναι μια διαφορετική διαδικασία, αλλά στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι κάτι πολύ πολύ νέο και υπάρχουν διαφορές στην κοινωνική σύνθεση της κάθε χώρας…


…ναι, την ίδια στιγμή υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα. Από τη μια πλευρά το πρόβλημα είναι ότι φυσικά ξεκινήσαμε 5 χρόνια πριν και έχουμε περισσότερη γνώση σε κάποια ζητήματα, όχι γνώση, μάλλον έχουμε περισσότερη εμπειρία.

Από την άλλη πλευρά, νιώθω πως οι άνθρωποι από την Ευρώπη δεν δίνουν έμφαση σε αυτή την εμπειρία, να προσπαθούν να καταλάβουν τι σημαίνει. Να την αναλύσουνε και να την τροποποιήσουνε σε κάτι που μπορούν να το χρησιμοποιήσουν στη χώρα τους. Νομίζω πως οι περισσότεροι θέλουν να συμμετάσχουν στο θεαματικό, και δεν αντιλαμβάνονται τα σημαντικά, όπως τα κοινωνικά μήντια, το ότι μιλάμε για επισφαλείς εργάτες, για αυτο-οργάνωση, το γεγονος πως εμπλέκει μη-ακτιβιστές. Αυτά είναι πράγματα που είπαμε την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε το ευρωπαϊκό δίκτυο της πρωτομαγιάς και συνέχεια τα λέμε αυτά, γιατι πραγματικά κάνουν τη διαφορά για την πρωτομαγιά, σε σχέση με ένα τυπικό συντονισμό για δράση την πρωτομαγιά. Εννοώ πως είναι πολλά χρόνια που καλείται πρωτομαγιάτικη δράση, δεν είναι κάτι νέο, αλλά η διαδικασία που προσπαθούμε να κάνουμε είναι νέα επειδή υπάρχουν όλα αυτά που προανέφερα- εμπλέκει μη-ακτιβιστές με ενεργο και συμμετοχικό τρόπο, εμπλέκει δημιουργικές διαδικασίες κοινωνικών μήντια, “συνωμοσία” και σχέση και ενεργοποίηση νέων ομάδων ανθρώπων για αγώνα, είναι αυτοοργανωμένο και μιλά σε ένα νεο – όχι ομοιογενές- αλλά υπαρκτό υποκείμενο, τους επισφαλείς εργάτες. Νομίζω πως όποιος θέλει να συμμετέχει στο mayday θα πρέπει να ξέρει πως συμμετέχει σε κάτι με αυτά τα χαρακτηριστικά. Αλλά δεν ξέρω αν είναι πάντα ξεκάθαρο. Άρα καταλαβαίνω ότι υπάρχει μια διπλή ταχύτητα από τη μια μεριά, αλλά καταλαβαίνω και από την άλλη μεριά ότι κάποιος μπορεί να είναι οκ με τη διπλή ταχύτητα γιατί θέλει να κάνει τη δική του διαδικασία σε κάτι που δεν είναι το mayday parade, είναι κάτι άλλο. Είναι οκ, αλλά δεν πιάνει την πλούσια πλευρά της εμπειρίας μας. Και όσο και να εξηγούμε, και να σημειώνουμε…ε δεν μπορούμε να διαφεντεύσουμε τους άλλους να σκεφτούν όπως θα θέλαμε.


Μια δύσκολη ερώτηση…την προηγούμενη φορά που διοργανώθηκε κάτι σε όλη την Ευρώπη, ή και παγκόσμια, ήταν με το κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης. Πιστεύεις ότι οι ομάδες που ήρθαν σήμερα έχουν αναλύσει αυτή την εμπειρία και έχουν μάθει από αυτό για να πάνε στο επόμενο βήμα; Ή είμαστε πάλι στο σημείο μηδέν και ξεκινάμε από την αρχή;


Δεν ξέρω, κοίτα, οι Chainworkers ποτέ δεν συμμετείχαν ενεργά, ως συλλογικότητα, στο κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης. Καθένας από τους
Chainworkers συμμετείχε. Εγώ ήμουν εκεί ως Indymedia, άλλοι ήταν εκεί με άλλες ομάδες κτλ. Ενώ πολλές ομάδες που είναι τώρα στη διαδικασία της ευρωπρωτομαγιάς, συμμετείχαν άμεσα στο κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης. Και αυτή είναι μια άλλη όψη του προβλήματος των “δύο ταχυτήτων” για το οποίο λέγαμε. Γιατί εμείς σαν Chainworkers, σαν συλλογικότητα, καταφέραμε, προσπαθήσαμε, μάθαμε να κάνουμε πολιτική χρησιμοποιώντας ένα τελείως διαφορετικό μοτίβο από αυτό των τυπικών κινημάτων, αντι-παγκοσμιοποίησης κτλ. Και αυτό που πετύχαμε με το mayday parade, μέρος του δηλαδή, προέρχεται από το μη-τυπικό μοτίβο. Στην Ευρωπρωτομαγιά αυτό το μη-τυπικό μοτίβο συναναστρέφεται με πιο τυπικά μοτίβα των δομημένων ομάδων που συμμετέχουν σε μια ευρεία γκάμα διαφορετικών κινητοποιήσεων. Αυτός ίσως είναι ένας λόγος που η διαδικασία της Ευρωπρωτομαγιάς δεν είναι ακριβώς αυτή που θα θελα. Νομίζω πως η κινητοποίηση της αντι-παγκοσμιοποίησης είναι ενδιαφέρον και ακόμα και τώρα πιστεύω πως είναι σημαντικό να δείξεις ότι υπάρχει σύγκρουση απέναντι στο γεγονός πως κάποιες ομάδες ανθρώπων προσπαθούν να καθορίσουν τις ζωές μας κτλ., αλλά, το είδος της κινητοποίησης που κάνεις για ένα τέτοιο πράγμα είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που κάνεις για το mayday. Δεν είναι καλύτερο ή χειρότερο, είναι απλά διαφορετικό, γιατί σε αυτές τις αντι-Συνόδους υπάρχει η πιθανότητα για άμεση σύγκρουση και υπάρχει κάποιος αποφασισμένος να δείξει στις υπερδυνάμεις πως δεν πηγαίνουν όλα κάλα. Ενώ το mayday parade δεν είναι φτιαγμένο για να δείξει αυτό αλλά για να δείξει τους καθημερινούς αγώνες, να κάνει τους ανθρώπους να νιώσουν πως μπορούν να έχουν ένα κοινό φαντασιακό, να νιώθουν πως είναι μέρος του ίδιου προβλήματος και να μοιράζονται ιδέες για λύσεις. Είναι μια ριζοσπαστικά διαφορετική διαδικασία. Για αυτό νομίζω ότι πρέπει να αναλύεται από δύο διαφορετικές οπτικές. Και το γεγονός πως οι ομάδες που συμμετέχουν δεν το κάνουν …αυτό μπορεί να είναι μέρος της μη-τέλειας διαδικασίας της Ευρωπρωτομαγιάς.

Ποια είναι τα πλάνα για φέτος;


Τι περιμένω για την επόμενη Ευρωπρωτομαγιά; Η προτασή μας ήταν σταθερή (στη διεθνή συνέλευση), το να γίνει μια συνέντευξη τύπου είναι οκ, νομίζω πως μια κοινή ορατότητα είναι κάτι καλό. Αλλά αυτό που κάναμε πρώτα ήταν να κάνουμε μια συνέλευση με όλες τις ομάδες των Imbattibili, ομαδες εργατών, κοινωνικοί χώροι, χαλαρές ομάδες ανθρώπων που αυτο-οργανώνουν μια γειτονιά κτλ. Συναντηθήκαμε με όλους αυτούς και είπαμε “είναι η δική σας πρωτομαγιά, δεν θέλουμε να πάμε σαν
Chainworkers που κάνουν διεθνές σχέσεις κτλ.”. Θέλαμε όλες τις διαφορετικές ομάδες των Ιmbattibili να συμμετέχουν στη (διεθνή) συνέλευση, να μην είναι μόνο ακτιβιστές, να είναι ένα ευρύτερο κοινό. Βασικά κάποιοι από αυτούς ήρθαν, και αυτό είναι πολύ σημαντικό για μας. Στη συνέλευση με τους Imbattibili μιλήσαμε για το πως μπορούμε να κάνουμε μια πρόταση για μεγαλύτερη δημοσιότητα σε αυτή την ευρωπαική διαδικασία που χτίζουμε. Μετά από πολύ συζήτηση και σκέψη μας ήρθε αυτή η ιδέα (ΣτΜ- “ο τροχός της ατυχίας” σε αναλογία με το γνωστό «τροχό της τύχης», δειτε παρακάτω). Εμένα αυτό που με παρεξένεψε ήταν το ότι όταν είπαμε αυτή την ιδέα με τους Ιmbattibili υπήρχε ενθουσιασμός, “ναι, μπορούμε να κάνουμε αυτό και αυτό κτλ”, ενώ σήμερα (ΣτΜ- στη διεθνή συνέλευση της Ευρωπρωτομαγιάς) όταν το είπαμε…όλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν αν αυτό είναι μέσα ή έξω από τα δικά τους σχέδια. Και αυτό χάλασε τα πάντα. Ελπίζω πως αύριο θα έχουμε μια καλύτερη κουβέντα.

Η ιδέα δεν ήταν τέλεια, αλλά ήταν ένας τρόπος για να χρησιμοποιήσουμε τη διαδικασία των κοινωνικών μηντια και για την Ευρωπρωτομαγια. Αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να εκθέσουμε τους ανθρώπους που ξεκινούν την “επισφαλοποίηση” (precarization) ως στόχο σε μια “επισφαλή” δράση. Όπως το λέμε στην Ιταλία, “κάντε επισφαλείς αυτούς που μας κάνουν επισφαλείς” (precarize the precarizers). Σκεφτήκαμε να θέσουμε 10 ή 20 ή 30 στόχους κτλ, εταιρείες, θεσμούς, ό,τιδήποτε, και μετά να προσκαλέσουμε όλους από την Ευρώπη να κάνουν δράσεις εναντίον τους, μπορεί να μην είναι δράσεις, μπορεί εργάτες από έναν στόχο να θέλουν να κάνουν μια απεργία ή να μπλοκάρουν ή ότιδήποτε, κάποιος δεν χρειάζεται να είναι στη συνέλευση για να ενεργοποιηθεί. Και δεν χρειάζεται να είσαι ακτιβιστής, μπορείς να φτιάξεις και να μοιράσεις ένα φυλλάδιο που να λέει όσα στραβά γίνονται με αυτή την εταιρεία, θεσμό κτλ. Ύστερα θα προσπαθήσουμε να έχουμε ένα top ten όλων αυτών που συνέβησαν στους στόχους, να διαλέξουμε τα κορυφαία τέσσερα, και μετά να κάνουμε μια μεγάλη μηντιακή στιγμή όπου θα γυρίσουμε τον “τροχό της ατυχίας”- απευθείας συνδέσεις με διαφορετικές πόλεις θα λένε “μήπως θα είναι αυτός ο άτυχος;” ξέρετε, αυτά…. Στο τέλος θα γυρίσουμε τον τροχό και όλοι οι δημοσιογράφοι θα κοιτούν τον τροχό και θα λένε “ποιός θα είναι αυτός που θα καταστραφεί από τους επισφαλείς φέτος;” κτλ. Και όταν επιλεγεί ο στόχος θα πούμε πως “όλο το δίκτυο της Ευρωπρωτομαγιάς θα επιτεθεί στον στόχο από τώρα και μέχρι την πρωτομαγιά!” Τότε δεν θα ανοίξουν για 5 μέρες (γέλια)…εννοώ πως το σημαντικό δεν είναι αν θα γίνει αλλά αν οι άνθρωποι πιστέψουν ότι θα γίνει. Αυτή είναι μια διαδικασία που μπορεί να εμπλέξει μη-ακτιβιστές, που είναι αστεία και που όλοι μπορούν να πουν “ναι, οκ, και εγώ μπορώ να κάνω κάτι ενάντια σε αυτή την εταιρεία, να τραβήξω κάποια καλώδια, ένα μικρό σαμποτάζ... Αλλά αυτό μετράει για το chart, άρα συμμετέχω στο chart, άρα συμμετέχω στο δίκτυο της Eυρωπρωτομαγιάς. Είναι μια πρόχειρη ιδεά, ίσως πρέπει να την επανακαθορίσουμε…μάλλον δεν την εξηγήσαμε καλά στη (διεθνή) συνέλευση. Αν πάντως “ο τροχός της ατυχίας” ισχύσει, τότε εκείνο το πρωί της πρωτομαγιάς θα γίνουν δράσεις και ο κόσμος που συνδέθηκε χαλαρά με αυτό θα έρθει στην Ευρωπρωτομαγιά και ίσως σε μια πόλη που πέρσι είχες 1000 ακτιβιστές φέτος να έχεις 3000 άτομα, 2000 που δεν είναι ακτιβιστές. Είναι ένα μικρό βήμα αλλά είναι ένα βήμα, πρέπει να το κτίσεις σιγά, δεν μπορείς να το κτίσεις με τη μια. Κάναμε 5 χρόνια για φτάσουμε στις 100 χιλιάδες, κάποιος πρέπει να περιμένει μερικά χρόνια για να δει κάποιες χιλιάδες να έρχονται στο mayday…

Νομίζω πως το πιο σημαντικό πράγμα είναι το να συνεχίζει ο αγώνας. Να μην είναι μόνο κάτι που συμβαίνει την πρωτομαγιά, αλλά μετά από αυτή οι άνθρωποι να εμπνέονται, να προσπαθούν να αυτο-οργανωθούν στις δουλειές τους…

…ναι, αυτό είναι το νόημα. Αν θέλαμε να κάνουμε απλά ένα πάρτι, θα κάναμε…θα κάναμε κατάληψη σε ένα εγκατελλειμένο εργοστάσιο…το νόημα είναι να πείσεις τους ανθρώπους να παλέψουν για να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη…

Ποιά είναι η σχέση με τους αγώνες που έρχονται από ανθρώπους που δεν μπορούμε να τους πούμε κατά κάποιο τρόπο επισφαλείς, που ίσως έχουν μονιμες δουλειές. Το λέω γιατί μερικές φορές, παρακολουθώντας τη συζήτηση στην ηλεκτρονική λίστα, βλέπουμε μια διαίρεση μεταξύ του μόνιμου εργάτη και του επισφαλή εργάτη. Μιλώντας προσωπικά, νομίζω πως το θέμα δεν είναι να δημιουργήσουμε μια διαίρεση αλλά να βρούμε την κοινότητα, να βρούμε το κοινό, τον κοινό αγώνα. Δεν ξέρω ποιά είναι η κατάσταση στην Ιταλία βασικά σε αυτό…

…βασικά στην Ιταλία οι μόνιμοι ολοένα γίνονται επισφαλείς. Ένα πράγμα που είπαμε πριν δυο-τρεις μέρες είναι το ότι για μας, η επισφάλεια είναι η “λάθος” συνθήκη. Ακόμα και αν εχεις μια μόνιμη δουλειά και το νοίκι σου είναι τα 2/3 του μισθού σου, δεν θα έλεγα ότι δεν είσαι επισφαλής γιατί δεν έχεις αρκετά χρήματα για διατροφή. Η’ δεν θα έχεις διατροφή ή δεν θα έχεις σπίτι. Και στις δύο περιπτώσεις δεν νιώθεις καλά. Το ζήτημα είναι πως δεν είναι η μονιμότητα της δουλειάς σου που σε κάνει επισφαλή ή όχι…γενικά οι μόνιμες εργασίες εξαφανίζονται λόγω της αναδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας. Θα πάρει μερικά χρόνια αλλά στο τέλος δεν θα είναι καμμία. Για αυτό πρέπει να σκεφτείς μορφές αγώνα και εργατικών δικαιωμάτων που μπορούν να εφαρμόσουν στους επισφαλείς εργάτες. Γιατί αυτοί θα είναι η νόρμα. Δεν πιστεύω πως όταν έγιναν οι μέγαλοι εργατικοί αγώνες το 50-60-70, έγιναν μόνο για τα εργατικά δικαιώματα. Θέλαν κάτι περισσότερο. Αλλά τα δικαιώματα που κέρδισαν ήταν χρήσιμα, κερδίσαμε από αυτά, και τώρα που τα αφαιρούν το νιώθουμε. Νομίζω το ίδιο θα γίνει με τους αγώνες των επισφαλών. Φυσικά οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται κάτι άλλο. Δεν ονειρεύονται ένα Κράτος που θα ρυθμίζει τέλεια την επισφαλή εργασία τους. Αλλά είναι σίγουρο πως το ελάχιστο που μπορούν να καταφέρουν είναι να παλέψουν για κάποια δικαιώματα που θα κάνουν τη ζωή τους λιγότερο σκατά. Ότι κάποια πράγματα μπορούν να είναι εγγυημένα για αυτούς. Το ότι θα μπορούν να αρρωστήσουν χωρίς να ανησυχούν αν θα έχουν λεφτά (γιατί αν αρρωστήσουν δεν θα τους πληρώνουν). Αν μείνουν έγγυες ή αν θέλουν να κάνουν μια απεργία ή να διαμαρτυρηθούν, να μπορούν να το κάνουν και όχι απλά να απολύονται. Είναι σκατά, φαίνεται ότι πάμε πίσω 30 ή 40 χρόνια. 30 ή 40 χρόνια δεν τα σκεφτονταν και οι καπιταλιστές αυτά, οι εργάτες πάλευαν σκληρά για να τα κερδίσουν. Τώρα τα χάνουμε και θα πρέπει να κερδίσουμε κάτι ανάλογο για τους επισφαλείς εργάτες. Φυσικά δεν είναι επαναστατικό αλλά είναι το μίνιμουμ για το οποίο μπορούμε να αγωνιστούμε, το μίνιμουμ. Έπειτα, αν υπάρχει χώρος για περισσότερα, θα προσπαθήσουμε φυσικά να πάρουμε περισσότερα. Θα πρέπει να το αλλάξουμε (την επισφάλεια) με ένα τρόπο που ανοίγει περισσότερα πράγματα, παρά “το πήραμε, αυτό είναι”. Νομίζω το ίδιο ήταν και για τους εργάτες πριν 40 χρόνια. Πάλεψαν για κάτι καλύτερο, πήραν ότι πήραν, δεν ήταν το καλύτερο αλλά κάτι ήταν. Και πρέπει να φτάσουμε το “κάτι είναι”. Ίσως μετά πάρουμε περισσότερα. Αυτή τη στιγμή δεν είμαστε καθόλου κοντά στο “κάτι είναι”. Είμαστε πολύ πίσω από αυτό.

Κάτι ακόμα, πως διαλέξατε αυτή τη μορφή δράσης, το parade;

Γιατί τα τυπικά mayday ήταν βαρετά, οι άνθρωποι δεν έρχονταν σε αυτά. Ούτε στις άμεσες δράσεις ερχόνταν, δεν ξέρει ο καθένας πως να σπάσει μια βιτρίνα ή δεν θέλει. Είναι θεαματικές (οι άμεσες δράσεις), δεν είμαι εναντίον τους αλλά αν το νόημα είναι να εμπλακούν μη-πολιτικοποιημένοι άνθρωποι, δεν θα δουλέψει. Για αυτό πρέπει να βρούμε ένα ενδιαφέρον, ενεργητικό, συμμετοχικό τρόπο. Και τα παρτι είναι το καλύτερο. Κινούμενα πάρτι για να έρθουν περισσότεροι άνθρωποι. Και θέλουμε οι άνθρωποι να περνάν καλά, να είναι χαρούμενοι που είναι εκεί. Να έρθουν σε επαφή με αυτά που λέμε, που λέμε με τα μικρόφωνα, τα φυλλάδια που δίνουμε, να έρθουν και να ρωτήσουν τι είναι αυτό και να μιλήσουμε “ε, δουλεύω σε ένα σουπερ-μάρκετ και είναι σκατά”. Αυτό συμβαίνει και αποδεικνύεται αποτελεσματικό.


Το parade ήταν κάτι που εσείς το φέρατε.


Όχι, parade γίνονταν από παλιότερα σαν πρακτική. Απλά ήταν αναγκαίο να κάνεις μια διαφορά με την πρωτομαγιά που έκαναν στη Ρώμη τα επίσημα συνδικάτα με τους ανθρώπους που απλά περπατούν και μετά να πηγαίνουν σε μια μεγάλη πλατεία να ταϊζουν περιστέρια και να βλέπουν παθητικά τη συναυλία των “καλύτερων Ιταλών συνθετών” κτλ. Θέλαμε κάτι που οι άνθρωποι θα ένιωθαν πιο ζωντανό. Και το parade δούλεψε.

Αναφέρεται στο Il postello, ένα αυτό-διαχειριζόμενο hostel που στεγάζεται μέσα στον ευρύτερο χώρο του κοινωνικού κέντρου.

Στο παρόν κείμενο, οι chainworkers μεταφράζονται ως «εργάτες-αλυσίδα» έτσι ώστε να μην μπερδεύονται με τη συλλογικότητα Chainworkers. Δεν εννούνται οι παραδοσιακοί «εργάτες-αλυσίδα» του δευτερογενή τομέα, αυτοί που δουλεύουν στα εργοστάσια, αλλά οι «απόγονοι τους» θα λέγαμε, οι εργάτες του τριτογενή τομέα που δουλεύουν σε μεγάλους χώρους. Ο όρος «αλυσίδα» έχει διττή έννοια-αναφέρεται και στον τρόπο παραγωγής αλλά και στον τόπο.

Όσον αφορά τον τρόπο, ο όρος αναφέρεται σε εργάτες του τριτογενή που δουλεύουν ελάχιστα πιο ευέλικτα από το ταιηλορικό μοτίβο. Η δουλειά τους βρίσκεται σε συνεχή επίβλεψη και πρέπει να ακολουθούν «παραγωγικές νόρμες», από το τι φτιάχνουν (π.χ. ένα κλαμπ σάντουιτς σε συγκεκριμένο χρόνο) μέχρι το πώς φέρονται (πάντα χαμόγελο όταν μπαίνει ο πελάτης) κτλ. Η εργασία τους περιλαμβάνει και κάποιες τεχνικές και πληροφοριακές δεξιότητες αλλά και συναισθηματικές, κοινωνικές δεξιότητες. Η εργασία τους θυμίζει ακόμα περισσότερο τον εργάτη-αλυσίδα του εργοστασίου αν σκεφτούμε ότι έχουν φυσική εγγύτητα με άλλους εργάτες, είναι κρίκοι μιας αλυσίδας παραγωγής σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Πολλοί από τους συναδέλφους τους, ακόμα και αν κάνουν σχεδόν το ίδιο πράγμα, έχουν διαφορετικό εργασιακό καθεστώς, έτσι ώστε να υπάρχουν διαιρέσεις μεταξύ τους. Η εργασία τους είναι γενικά υποτιμημένη, θεωρούνται εύκολα αναλώσιμοι και ανταλλάξιμοι από τις εταιρείες. Συχνά τα ωράρια και οι βάρδιες τους έχουν ευελιξία, αλλά αλλάζουν και απροειδοποίητα. Η θέση τους είναι κρίσιμη για τη ροή, διανομή, κατανάλωση των προϊόντων και υπηρεσιών.

Όσον αφορά τον τόπο, ο όρος αναφέρεται περισσότερο στους εργάτες των μεγάλων αλυσίδων καταστημάτων, αποθηκών, εταιρειών κτλ. Εκεί που επικρατεί περισσότερο, σε σχέση με το μικρομάγαζο, ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής (αλυσίδα). Θα πρέπει εδώ να πούμε πως στη Δυτική Ευρώπη οι μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων και εταιρειών έχουν εξαπλωθεί σε κάθε τομέα πολύ περισσότερο απ’ότι στην Ελλάδα, τα μικρομάγαζα είναι δηλαδή λιγότερα. Εν κατακλείδι, ο όρος chainworkers είναι κάπως γενικός αλλά αναφέρεται περισσότερο σε αυτούς που δουλεύουν σε αλυσίδα (τρόπος παραγωγής), σε μια αλυσίδα (τόπος παραγωγής). Σκεφτείτε τους εργάτες των μεγάλων πολυκαταστημάτων, σούπερ-μάρκετ, αποθηκών, τηλεφωνικών κέντρων κτλ. Kύρια Πηγή: Precarious Lexicon (Alex Foti), από το περιοδικό Greenpepper, τεύχος Precarity, 2005.

IWW είναι οι Ιndustrial Workers of the World (βιομηχανικοί εργάτες του κόσμου, γνωστοί και ως Wοbblies), ένα ριζοσπαστικό συνδικάτο βάσης που ιδρύθηκε στις ΗΠΑ το 1905. Εξακολουθεί και σήμερα να υπάρχει αλλά τα «χρυσά» του χρόνια ήταν στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα.

Σύμφωνα με την Istat (στοιχεία 2005) υπάρχουν στην Ιταλία 37 διαφορετικού τύπου επισφαλή συμβόλαια, άτυπα ονομάζονται εν συγκρίσει με την τυπική «μόνιμη και σταθερή» εργασία. Ακόμα, από το 1996 εως το 2004, την εποχή δηλαδή που δημιουργήθηκαν οι Chainworkers, ο αριθμός αυτών των συμβολαίων υπερδιπλασιάστηκε και οι επισφαλείς εργάτες, από 1.580.000 έγιναν 3.450.000, το 38% του εργατικού δυναμικού (ο Blicero μάλλον υπερβάλλει λιγάκι για το «σχεδόν 50%»). Τα άτυπα συμβόλαια όμως υπερβαίνουν το 60% για τους νέους εργαζόμενους. Πήγη: Kείμενο που δόθηκε δικτυακά στο δίκτυο της Ευρωπρωτομαγιάς από τον καθηγητή Andrea Fumagalli.

Όρος, που όπως ο brainworker, αναφέρεται περισσότερο σε αυτούς τους εργάτες που κάνουν γνωστικές εργασίες, που δίνουν αυτό που παράγουν στον εργοδότη τους είτε για ένα αντίτιμο είτε για ένα σταθερό μισθό. Έχουν διαφορετική σχέση με το προϊόν της δουλειάς τους αφού είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της φαντασίας, γνώσης, γλώσσας, συναισθημάτων τους. Συχνά δουλεύουν πιο αυτόνομα και ευέλικτα από τους chainworkers και η δουλειά τους δεν θεωρείται υποτιμημένη. H αξία της δουλειάς τους πολλαπλασιάζεται λόγω επισήμων και ανεπισήμων πληροφοριακών, πολιτισμικών, οικονομικών δικτύων που συνήθως ελέγχονται από τους εργοδότες. Σκεφτείτε τους εργάτες στην έρευνα, στις διαφημιστικές εταιρείες, στην εκπαίδευση, στα μήντια. Πολλοί από αυτούς τους εργάτες, για μια ποικιλία λόγων όπως η σχέση με το προϊόν ή η κάπως καλύτερη αμοιβή τους ή πολιτισμικοί λόγοι («δεν είναι cool να είσαι εργάτης») κ.α. , έχουν ισχνή εργατική ταυτότητα, δυσκολεύονται να δουν τον εαυτό τους ως εργάτες ακόμα και αν ο χρόνος εργασίας αποικιοποιεί πολύ περισσότερο τον «ελεύθερο» τους χρόνο ή ακόμα και αν βρίσκονται σε εργασιακά περιβάλλοντα που το ταιηλορικό μοτίβο οργάνωσης της εργασίας είναι ξεκάθαρο. Κύρια Πηγή: PrecariousLexicon (Alex Foti), από το περιοδικό Greenpepper, τεύχος Precarity, 2005.

Οι αφίσες έλεγαν «σήμερα επισφαλεία, αύριο δουλειά», μια προσπάθεια της κεντροαριστεράς να αφομοιώσει το ζήτημα της επισφαλείας.

H Ζωή και τα Πάθη του Άγιου Πρεκάριου

H Ζωή και τα Πάθη του Άγιου Πρεκάριου

On the Life and Deeds of San Precario, Patron Saint of Precarious Workers and Lives

(στη ζωή και τα πάθη του Άγιου Πρεκάριου, Αγίου Προστάτη των Πρεκάριων και των ζωών)

Marcello Tarì and Ilaria Vanni

μετάφραση: leetseri

«Είμαστε η μετά-σοσιαλιστική και μετά-ψυχρoπολεμική γενιά. Η γενιά μετά το τέλος των κάθετων γραφειοκρατιών και η γενιά του πληροφοριακού ελέγχου. Είμαστε μια παγκόσμια και νεοευρωπαϊκή κίνηση, η οποία φέρει στο προσκήνιο την δημοκρατική επανάσταση που ξεκίνησε το 1968 και τη μάχη ενάντια στη νεοφιλελεύθερη δυστοπία που βρίσκεται στην αιχμή της σήμερα. Είμαστε οικο-ακτιβιστές και ακτιβιστές των media, είμαστε οι απελευθερωτές του διαδικτύου και ριζοσπάστες των μητροπολιτικών αστικών χώρων, είμαστε η αμφιφυλόφιλη μετάλλαξη του παγκόσμιου φεμινισμού, είμαστε οι hackers της φρικτής πραγματικότητας. Είμαστε οι αφυπνιστές (αγκιτάτορες) του πρεκαριάτου και οι αντάρτες της διανοητικής εργασίας. Είμαστε αναρχοσυνδικαλιστές και μετα-σοσιαλιστές. Είμαστε όλοι μετανάστες που ψάχνουν για μια καλύτερη ζωή. Και δεν αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας σ΄ εσάς με την καταθλιπτική και τετράγωνη πολιτική σκέψη που ήδη νικηθήκατε τον 20ο αιώνα. Δεν αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας στην αριστερά της Ιταλίας.»

Manifesto Bio/Pop del Precariato Metroradicale

Από τον Φεβρουάριο του 2004 ο άγιος Πρεκάριος, προστάτης άγιος των πρεκάριων, των προσωρινών, των ευέλικτων, των ημιαπασχολούμενων, των περιστασιακά εργαζόμενων έχει εμφανιστεί σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας. Ο άγιος Πρεκάριος εμφανίζεται σε δημόσιους χώρους σε εκδηλώσεις , πορείες, διαδηλώσεις, σε φεστιβάλ ταινιών, σε παρελάσεις μόδας, και, αφού είναι ένας άγιος, σε τελετές. Συχνά πραγματοποιεί και θαύματα. Αν και οι πρώτες εμφανίσεις του αγίου καταγράφονται μόλις στις 29 Φεβρουαρίου του 2004, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα οι μορφές του έχουν πολλαπλασιαστεί και παρουσιάζεται σε διάφορες μεταμφιέσεις. Δίκαιος στις επιλογές του, ο άγιος Πρεκάριος δεν παίρνει το μέρος μιας κατηγορίας επισφαλώς εργαζόμενων εις βάρος μιας άλλης και μπορεί να εμφανιστεί σε supermarket των αστικών περιφερειών, στα βιβλιοπωλεία ή, πιο γκλαμουραρισμένος, στο φεστιβάλ ταινιών της Βενετίας. Ο άγιος Πρεκάριος είναι επίσης διαφυλετικός (transgender), και έχει εμφανιστεί και ως θηλυκός άγιος. H “λατρεία” έχει εξαπλωθεί ταχύτατα και έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας ευδιάκριτης και πολύχρωμης εικονογραφίας, αγιογραφίας και τελετουργικών. Ακολουθώντας την ιταλική καθολική παράδοση να περιφέρονται τελετουργικά αγάλματα αγίων σε δημόσιους χώρους, η λατρεία του άγιου Πρεκάριου λειτουργεί την ίδια στιγμή ως μια παρεκτροπή, ως μια Προσωρινή Αυτόνομη Ζώνη (ΤΑΖ), ως καρναβάλι. Αυτή είναι, επίσης, μια τακτική που στοχεύει να γίνουν ορατά τα ζητήματα που εμφανίζονται εξαιτίας της αυξανόμενης επισφάλειας του εργατικού δυναμικού. Σε ένα άλλο επίπεδο μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος μυθοπλασίας. Η ιστορία του άγιου Πρεκάριου, οι απαρχές της, οι μεταμορφώσεις και η διάδοσή της, έχουν εισαχθεί εδώ στο παιχνίδι προκειμένου να ερευνηθεί η τρέχουσα πολιτική της επισφάλειας στην Ιταλία.

Είναι αναγκαίο εδώ να τονιστεί ότι οι λέξεις “πρεκάριος- πρεκάριτι -πρεκαριάτο” είναι μια γλωσσική επινόηση, η οποία τον τελευταίο χρόνο έχει διαδοθεί από την Ιταλία και την Ισπανία σε όλα τα ευρωπαϊκά δίκτυα που εμπλέκονται σε μία αντανάκλαση της προσωρινότητας. Εκτοπίζοντας τους γνωστότερους όρους “ευελιξία-ευέλικτοι εργαζόμενοι”, η εισαγωγή των “πρεκάριος- πρεκάριτι -πρεκαριάτο” σηματοδοτεί την εμφάνιση αγώνων που ιδρύουν μια νέα ορολογία και ένα νέο φαντασιακό, από τα οποία, στη συνέχεια, νέα δικαιώματα έρχονται στο φως. Η ιταλική έκφραση esercizio del comune (άσκηση πάνω στην έννοια του κοινού) δείχνει τις πολύπλευρες καινοτομίες στην παραγωγή πολιτικής υποκειμενικότητας, που εμφανίζονται όχι μόνο με άμεσες ενέργειες, άλλα και σαν επινοήσεις που δημιουργούνται «από κοινού» σε γλωσσικό και συμβολικό επίπεδο. Η εμφάνιση μίας νέας ορολογίας υπογραμμίζει την κεντρική σημασία της επικοινωνίας στη σύγχρονη κοινωνία και παράλληλα τονίζει ότι κάθε “νέο δικαίωμα” χρειάζεται μια “νέα γλώσσα”, επειδή δημιουργείται ένα νέο πολιτικό υποκείμενο το οποίο εκφράζει τα δικαιώματα αυτά.

Ο άγιος Πρεκάριος λειτουργεί σαν ένας ρητορικός μηχανισμός ο οποίος προκαλεί δημόσια συζήτηση γύρω από τις αλλαγές στις συνθήκες και στις μορφές εργασίας, εστιάζοντας στη μετατόπιση από τις μόνιμες θέσεις εργασίας στους επισφαλείς (στα ιταλικά precario/a) τρόπους απασχόλησης. Αυτή η αλλαγή, κοινή και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα τη Γαλλία και την Ισπανία, απέκτησε μια τραυματική ποιότητα στην Ιταλία, όπου το il posto fisso (μια μόνιμη θέση εργασίας) ήταν ένα από τα δόγματα του μεταπολεμικού φαντασιακού. Μία μόνιμη θέση πλήρους απασχόλησης θεωρούνταν η τυπική εργασιακή μορφή. Ενάντια σ’ αυτόν τον κανόνα ένας νέος γραφειοκρατικός ορισμός έπρεπε να δημιουργηθεί, για να περιγράψει την αυξανόμενη ποικιλία των περιστασιακών εργαζόμενων, που δεν μπορούσαν να ενταχθούν στην τυπική εργασιακή μορφή. Είναι χρήσιμο εδώ να θυμηθούμε ότι στην Ιταλία δεν υπάρχει κανένα αντίστοιχο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, όπως παρουσιάζεται στην Αυστραλία και σε άλλες χώρες. Τα χάσματα μεταξύ του τέλους ενός συμβολαίου εργασίας και της αρχής ενός καινούριου είναι απλώς περίοδοι μηδενικών εσόδων. Οι μετα-φορντικές γενιές δεν αναζητούν απαραίτητα μία μόνιμη θέση. Ομοίως, δεν επιθυμούν αναγκαστικά μια θέση για όλη τους τη ζωή. Από την μια πλευρά έχουν ενστερνιστεί την έννοια της “άρνησης της εργασίας” που υποστήριξαν τα κινήματα της δεκαετίας του ΄70, από την άλλη πλευρά έχουν αναπτύξει την ιδέα μιας εργασίας επικεντρωμένης στην έννοια της “ελεύθερης ευελιξίας”: ευελιξίας ελευθερωμένης από τον μισθό και τον έλεγχο του καπιταλισμού. Από την πλευρά αυτή, μία από τις κύριες επιδιώξεις του Άγιου Πρεκάριου είναι η “flexicurity”- ευέλικτη ασφάλεια: μία νέα μορφή ευημερίας η οποία προστατεύει τους εργαζόμενους χωρίς να αποκηρύσσει την ευελιξία.

Η οργάνωση του εργασιακού χώρου στην Ιταλία με βάση την περιστασιακή απασχόληση δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Η νέα νομοθεσία του 1984 επέκτεινε την πιθανή εφαρμογή των συμβάσεων μερικής απασχόλησης (legge 863), ενώ άλλη νομοθεσία το 1987 (legge 56) καθιέρωσε τις συμβάσεις προκαθορισμένων όρων (Fumagalli, 2003). Το 1987 το pacchetto Treu (The Treu Package, όπως ονομάστηκε από τον κεντροαριστερό κυβερνητικό εκπρόσωπο εργασιακών σχέσεων εκείνης της περιόδου) εισήγαγε και καθιέρωσε τις νέες τυπολογίες προσωρινής απασχόλησης, συμβάσεων προκαθορισμένων όρων, σπουδών, επαγγελματικής ανάπτυξης, και συμβάσεων μερικής απασχόλησης (Fumagalli, 2003). Παρόλο που η νομοθεσία αυτή παρουσιάστηκε σαν ένα άνοιγμα σε πιο ευέλικτους όρους εργασίας, και σαν μια στρατηγική για να μειωθεί η ανεργία, στην πράξη το pacchetto Treu επέτρεψε στην αγορά εργασίας τη μετάβαση από τα διαρκή συμβόλαια σε νέες μορφές προσωρινών συμβολαίων. Το 2003 ο νόμος Biagi ή νόμος 30 (που πήρε το όνομα του από τον Marco Biagi, καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Μοντένας που χρησιμοποιήθηκε ως σύμβουλος από το Υπουργείο Πρόνοιας και σκοτώθηκε στη Μπολόνια από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, 19 Μαρτίου 2002) τελικά απορύθμισε την αγορά εργασίας. Σύμφωνα με αυτή την νομοθεσία, η αγορά εργασίας θα μπορέσει να ελεγχθεί μέσω της ανάπτυξης ιδιωτικών πρακτορείων αναζήτησης εργασίας και υπηρεσιών εύρεσης προσωρινής απασχόλησης. Το όφελος που προσφέρει η ανεργία, έστω πλασματικά, συνδέεται στο νόμο Biagi με την επαγγελματική ανάπτυξη και εκπαίδευση. Σπουδές και επαγγελματική ανάπτυξη συνιστούν νέους τύπους συμβάσεων εργασίας. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε σπουδές και εργασιακή εμπειρία γίνεται, τελικά, θολή, ανοίγοντας τη δυνατότητα πρόσληψης -χωρίς κανένα κόστος- μαθητών λυκείων και φοιτητών. Μια από τις πιο κωμικοτραγικές παραγράφους των guidelines (θέσεων-οδηγιών) της νομοθεσίας ορίζει ότι: “η εργασιακή εμπειρία όταν δεν μπορεί να θεωρηθεί εργασιακή σχέση (να ενταχθεί σε τυπικές εργασιακές μορφές) πρέπει να συμπεριληφθεί στην κατηγορία των (ονομαζόμενων) σπουδών, μέσω των οποίων το νεαρό άτομο γίνεται οικείο με το περιβάλλον εργασίας, αναπτύσσει δεξιότητες και δίνει τη δυνατότητα στους εργοδότες να τον/την εκτιμήσουν” (Ministero del Lavoro e delle Politiche Sociali, 2004). Ο νόμος Biagi επίσης παρέχει μια νέα ταξινόμηση της ευέλικτης εργασίας: “μερική απασχόληση”, “διακοπτόμενη” εργασία, (μοιρασμένη εργασία-job sharing), αυτοαπασχόληση (κυψελωτή εργασία) και “περιστασιακή” εργασία στην βιομηχανία των υπηρεσιών (και της φροντίδας) (Ministero del Lavoro e delle Politiche Sociali, 2004). Η ρητορική της ευελιξίας εφαρμόστηκε ,επίσης, στη βιομηχανία των σχέσεων. Σε μια παράλληλη μόδα, καθώς οι προσλήψεις προσωρινών εργαζόμενων αντικαθιστούν τις συμβάσεις διαρκείας, τα ατομικά συμβόλαια αντικαθιστούν τις συλλογικές μισθολογικές συμβάσεις. (Fumagalli, 2003; Ferrara, 2004).

Η διασκορπισμένη (διάχυτη στο κοινωνικό σύνολο) εμπειρία της ευκαιριακότητας, στην ποικιλία των μορφών της, ξεσηκώνει αγώνες που δίνουν έμφαση στην άυλη εργασία, στην βιοπολιτική παραγωγή και στις επισφαλείς συνθήκες. Αυτοί αναγνωρίζονται ως εγγενείς σε κοινωνικές διεργασίες και, ως τέτοιοι, σηματοδοτούν το τέλος της πολιτικής και συνδικαλιστικής παράδοσης των αγώνων του 20ου αιώνα, που περιστρέφονται γύρω από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η άυλη εργασία, σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν πρέπει να μεταφράζεται μόνο ως η μετα-φορντική και μεταμοντέρνα μετάβαση της εργασίας από τη βιομηχανική σε αυτήν που σχετίζεται με τις υπηρεσίες ή, ειδικότερα, ως η εργασία που παράγει επικοινωνία, πληροφορία και γνώση. Εργασίες που βασίζονται στην βιομηχανία των σχέσεων (της φροντίδας), εργασία «επιρροής» σύμφωνα με τον Hardt, παράγουν, επίσης, και άυλα αγαθά, όπως επιρροή, κοινωνικές σχέσεις και επιθυμία (Lazzarato, 1996, 1997; Hardt, 1999a; Hardt and Negri, 2000). Αυτές οι εργασίες, όπως ήδη επισημάνθηκε, συνιστούν την ευρύτερη τυπολογία της ευκαιριακότητας, ή για να χρησιμοποιήσουμε έναν πιο ακριβή και καυστικό όρο, της επισφαλούς εργασίας. Αισθήματα αστάθειας, κινδύνου και ανασφάλειας συγκεντρώνονται γύρω από την έννοια της επισφάλειας. Πραγματικά, σύμφωνα με μία έρευνα της Associazione Nuovo Welfare(2004 NIDL CGIL ) (που πραγματοποιήθηκε το 2004) σχετικά με τα είδη της «μοντέρναςπεριστασιακών εργαζόμενων περιγράφουν την ελαστικότητα ως συνώνυμο μειωμένων δικαιωμάτων και ένα 24.6% την αντιμετωπίζει ως αναγκαίο κακό. Οι επιπτώσεις της ελαστικότητας στην ποιότητα ζωής αντικατοπτρίζονται στο γεγονός ότι οι ερωτηθέντες σε ένα ποσοστό 35.8% ζουν με την οικογένειά τους, 32.5% με τον σύντροφό τους και μόνο 12.7% μόνοι τους (NIDL CGIL Associazione Nuovo Welfare, 2004). Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι μόνο το 71.6% έχει παιδιά. Οι ώρες και οι μέρες έντονων διακυμάνσεων(yo-yo hours and days ), χαρακτηριστικές για την ελαστική απασχόληση, επίσης διαταράσσουν τις συνθήκες και το περιβάλλον κοινωνικότητας καθώς και την ίδια την δυνατότητα να χτιστεί η κοινωνικότητα(Chiara@CW, 2004). εργασίας», το 42.5% των

Η επισφάλεια γίνεται ένας τρόπος ελέγχου πάνω στην ίδια τη ζωή της «περιστασιοποιημένης» εργατικής δύναμης: η σημασία της επισφάλειας εδώ αναμειγνύεται με το νόημα της αγγλικής λέξης precariousness, που αναφέρεται σε μία οντολογική κατάσταση (Butler, 2004). Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αναφέρεται και σε μια έκφραση βιοεξουσίας, υπονοώντας το “προνόμιο” της κυβερνητικής εξουσίας να διαχειρίζεται και να ελέγχει τη ζωή από το εσωτερικό της(Foucault 1978: 135-45). Αντιθετικά, υιοθετώντας την οπτική του Hardt, είναι δυνατό η βιοεξουσία να θεωρηθεί, όχι αποκλειστικά από τη θέση της εξουσίας (“πάνω” από την κοινωνία) αλλά, επίσης, και από την πλευρά της εργασίας που εμπλέκεται στην βιοπολιτική παραγωγή (από τα “κάτω”): «αντιλαμβάνομαι τον όρο βιοεξουσία ως την δυνατότητα της εργασίας να ασκεί επιρροή. Η βιοεξουσία είναι η δύναμη να κατασκευάζεις τρόπους ζωής! Είναι η κατασκευή συλλογικών υποκειμενικοτήτων, κοινωνικότητας, ακόμα και της κοινωνίας της ίδιας.»(Hardt, 1999a: 98; δες επίσης Hardt, 1999b).

Άυλη εργασία, βιοπολιτική και επισφάλεια γίνονται πλέον κεντρικές για το χτίσιμο των αγώνων, όχι μόνο επειδή είναι θεμελιώδη στοιχεία των μετα-φορντικών κοινωνιών, αλλά και επειδή παράχθηκαν από ατομικές και συλλογικές μορφές υποκειμενικότητας και συνεχίζουν να παράγουν τέτοιες. Ο Maurizio Lazzarato περιγράφει μια ανάλογη δυναμική σε ένα πρόσφατο άρθρο του σχετικά με το “συντονισμό” στα γαλλικά κινήματα(Lazzarato, 2004). Ο Lazzarato υποστηρίζει ότι τα σύγχρονα κινήματα απομακρύνονται από τις παραδόσεις των σοσιαλιστών και κομμουνιστών γιατί δεν εκφράζονται με βάση την εναντίωση, αλλά με βάση την διαφορά. Διαφορά εδώ δε σημαίνει απουσία σύγκρουσης, πάλης ή αντίθεσης, αλλά μια ριζοσπαστική μετατόπιση, που εκφράζεται σε δύο ασύμμετρα πεδία, άρνηση και συγκρότηση, καταστροφή του οτιδήποτε είναι ανυπόφορο και πλήρη εκμετάλλευση των νέων πιθανών ευκαιριών(Lazzarato, 2004: 107). Το πρώτο πεδίο, της άρνησης, εκφράζεται ως απομάκρυνση των πολιτικών κινημάτων από τις συστηματοποιημένες μορφές και τους κανόνες της πολιτικής. Παρόλα αυτά, αυτός ο αντιστασιακός χαρακτήρας συντροφεύεται από την συνθετική τάση του δεύτερου πεδίου, όπου “οι ατομικές και συλλογικές ιδιομορφίες, που συνιστούν αυτό το κίνημα, παραθέτουν μια δυναμική υποκειμενοποίησης, που είναι, ταυτόχρονα, μια σύνθεση συλλογικών δικαιωμάτων (droits collectifs), αλλά και μια διαφορική επιβεβαίωση των τρόπων έκφρασης και της ζωής”.(Lazzarato, 2004: 106).

Επισφάλεια και άυλη εργασία συνενώνονται στο όνομα που επιλέχθηκε για το δίκτυο των εργαζόμενων περιστασιακά: the Precogs. Αυτός ο νεολογισμός συνδυάζει δύο βασικές ποιότητες: precari/e + cognitari/e, precarious + cognizant. Το όνομα αυτό είναι εμπνευσμένο από την ιστορία του Philip K. Dick (Dick, 1989) και την ταινία του Spielberg «Minority Report» (2002). Όπως οι precogs στην ιστορία και στην ταινία έχουν εμπλακεί και παγιδευτεί μέσα σε μία λύση και βλέπουν γεγονότα που συμβαίνουν στο μέλλον, έτσι και το δίκτυο precog χαρακτηρίζεται από μια αφάνταστη δύναμη, δηλαδή την έκφραση της συλλογικής νόησης. Αλλά και, όπως η ζωή των precog στο Minority Report ελέγχεται και διευθύνεται από την χορήγηση(προσφορά) θρεπτικών στοιχείων, το όνομα precog, επίσης, παραπέμπει στον έλεγχο της ζωής μέσα από την παροχή ελαστικής απασχόλησης και διακοπτόμενων εσόδων. Η ιταλική λέξη governare, με το διπλό της νόημα «κυβερνώ» και «τρέφω» περιγράφει αυτή την δυναμική πολύ καλά. Η ευελιξία και η δυναμική της ανάπτυξης σε 31 διαφορετικές μορφές συμβασιακής εργασίας που περιλαμβάνονται στο νόμο Biagi, γίνονται τελικά ένας μηχανισμός ελέγχου για τη ζωή των εργαζόμενων. Από αυτήν την άποψη, οι συμβάσεις προκαθορισμένων όρων χρησιμοποιούνται ως μέσα για την αποτελεσματική αστυνόμευση των εργαζόμενων. Σύμφωνα με την ορολογία του Φουκώ, είναι μέθοδοι «κυβερνησιμότητας» (Foucault, 1991: 102-103). Παρόλα αυτά, το όνομα Precogs, σύμφωνα, τόσο με το Minority Report, όσο και με την tradizione operaista υποδεικνύει την ικανότητα να διακρίνεις εκ των προτέρων τις καινοτομίες και να βυθίζεσαι σ’ αυτές: η προεργασία με σκοπό να γνωρίζουμε από πριν (precognition) είναι, επίσης, αυτή η δραστηριότητα του κινήματος που μας επιτρέπει να προβλέπουμε την ανάπτυξη τόσο του κεφαλαίου, όσο και των βιοπολιτικών αγώνων. Αν και δεν είμαστε εργατο-φονταμενταλιστές, είμαστε παρόλα αυτά πεπεισμένοι ότι η έκφραση της υποκειμενικότητας μέσω της σύγκρουσης προέχει και καθορίζει τις αντιθετικές ροπές του κεφαλαίου και της εξουσίας.(Globalproject, 2004b). Ομοίως, οι αγώνες που προκύπτουν από τα κεντρικά θέματα της περιστασιακότητας και της ελαστικότητας δεν είναι απλώς ρεαλιστικές απαντήσεις σε σποραδικά γεγονότα και ζητήματα. Από τη μία μεριά, πολυάριθμοι περιστασιακοί εργάτες απομακρύνονται από τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής συσπείρωσης, όπως τα κόμματα και τα τρία μεγαλύτερα συνδικάτα(CGIL, CISL, UIL), για να ξανα-οργανωθούν γύρω από τους αγώνες ενάντια στην επισφάλεια. Και από την άλλη μεριά, αυτοί οι αγώνες δε στοχεύουν μόνο στο να προωθήσουν μια «magna carta» προτάσεων, αλλά αποτελούν, επίσης, τον πυρήνα της δημιουργίας πολιτικών υποκειμενικοτήτων. Έτσι, λοιπόν, οι αγώνες και οι δράσεις που γεννιούνται από την επισφάλεια χαρακτηρίζονται ως συνθετικές συγκρούσεις όπου η παραγωγή ενός κοινού φαντασιακού παίζει έναν κεντρικό ρόλο.

Εμφανίσεις και εξαφανίσεις του Άγου Πρεκάριου

Μιλάνο, σούπερ μάρκετ Coop, 29 Φεβρουαρίου 2004

Οι καταναλωτές δεν καταλαβαίνουν ακριβώς για ποιο λόγο υπάρχει τόσος κόσμος στον πάγκο τον αλλαντικών του σούπερ μάρκετ. Με μια δεύτερη ματιά, το άγαλμα του αγίου μοιάζει κάπως περίεργο. Πρώτον, ο άγιος είναι ντυμένος σαν εργαζόμενος του σούπερ μάρκετ. Δεύτερον, έχει πάρα πολλά χέρια. Τρίτον, κρατάει ένα τηλέφωνο, μια εφημερίδα με αγγελίες για δουλειά και πατάτες McDonald’s. Το άγαλμα μεταφέρεται με ξύλα από μια ομάδα νέων ανθρώπων, κι ένας παπάς, ένας καλόγερος και μία καλόγρια είναι μαζί τους. Υπάρχει μέχρι κι ένας καρδινάλιος! Μοιράζουν κάρτες του αγίου: Άγιος Πρεκάριος είναι το όνομά του. Οι περισσότεροι δεν έχουν ακούσει γι’ αυτόν. Μετά, όμως, οι νέοι που τον κουβαλάνε λένε πως ένα θαύμα έχει συμβεί, υπάρχει 20% έκπτωση στα σημερινά ψώνια. Και με τις τιμές που ανεβαίνουν κάθε μήνα - οι τιμές διπλασιάστηκαν μετά την εισαγωγή του ευρώ-, και με το εφάπαξ ποσό να είναι πάντα το ίδιο, και με τα εγγόνια να μην μπορούν να βρουν μια δουλειά για πάνω από 3 μήνες, ακόμη κι αν πήγαν στο πανεπιστήμιο και σπούδασαν νομική...

Το εγχειρίδιο Comunicazione Guerriglia ορίζει την πολιτιστική γραμματική ως το σύστημα των νόμων και κανονισμών που δομούν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και σχέσεις (Autonome a.f.r.i.k.a gruppe et al., 2001: 26). Μακράν του να είναι αντικειμενική, η πολιτιστική γραμματική είναι η έκφραση ορισμένων σχέσεων εξουσίας, και οι κανόνες της παίζουν έναν ρόλο στην παραγωγή και αναπαραγωγή των ίδιων των σχέσεων εξουσίας. Η πολιτιστική γραμματική διέπει το σύνολο της κοινωνίας και υπό αυτή την έννοια δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις πολιτικές πρακτικές. Αντιθέτως, είναι αναγνωρισμένο ότι οι πολιτικές πρακτικές εκφράζονται μέσα από πολιτιστικές μορφές. Η παρέμβαση στην πολιτιστική γραμματική ενός συγκεκριμένου τόπου, χρόνου και κατάστασης μπορεί ,επομένως, να οδηγήσει σε μια αλλαγή που δεν είναι μόνο πολιτιστική, αλλά και πολιτική. Προκειμένου να αλλαχθεί μια κυρίαρχη πολιτιστική γραμματική αρχικά είναι αναγκαίο να την κατανοήσουμε και να την αποδομήσουμε (Autonome a.f.r.i.k.a gruppee et al., 2001: 27-30).

Για να αναλύσουμε τo έπος του Άγιου Πρεκάριου είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε διαφορετικές και παρεμβαλλόμενες πολιτιστικές γραμματικές . Σε ένα μακροεπίπεδο,repercussions του σε ένα κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, η άυλη εργασία μεταφέρει την οπτική της παραγωγής στις σφαίρες της επικοινωνίας, της γνώσης, της πληροφορίας, της επιρροής και της επιθυμίας (Marazzi, 1999). Η απάντηση, λοιπόν, μπορεί μόνο να εκφραστεί με παρεμβάσεις που κινητοποιούνται γύρω από την επικοινωνία, πληροφόρηση, γνώση, επιρροή και επιθυμία, με άλλα λόγια, με παρεμβάσεις, στο επίπεδο του συμβολικού και του φαντασιακού. μια τέτοια γραμματική προκύπτει από την μετάβαση από ένα φορντικό σε ένα μετα-φορντικό σύστημα παραγωγής και των

Ο άγιος Πρεκάριος αναφέρεται, επίσης στη λαϊκή θρησκευτικότητα. Άλλες τοπικοποιημένες γραμματικές από εκείνες τις περίεργες που ελέγχουν ένα σούπερ μάρκετ, μέχρι τα υπουργικά πρωτόκολλα του φεστιβάλ της Βενετίας έχουν αποδομηθεί και μεταστραφεί σε συγκεκριμένες τους εμφανίσεις.

Το αισθητικό κομμάτι της διαμαρτυρίας ,λοιπόν, δημιουργείται συμφωνά με μία μετα-φορντική κυανοτυπία . Τα χαρακτηριστικά αυτής της κυανοτυπίας εμπεριέχουν ένα ελαστικό και μεταβαλλόμενο προϊόν για τοπικά εξειδικευμένες αγορές (niche markets), εργασιακές τακτικές που αφήνουν τα πάντα για την τελευταία στιγμή και παραδίδουν προϊόντα μόνο όταν υπάρξει ζήτηση ("just in time" stock management), χρήση νέων τεχνολογιών , πολλαπλή εξειδίκευση των εργατών , έμφαση σε «οριζόντιες» τακτικές παραγωγής, αποτοπικοποιήση, και μια μετάβαση από την υλική στην άυλη εργασία και στην παραγωγή επικοινωνίας , γνώσης και πληροφοριών. Οι εκφάνσεις του ακτιβισμού που χρησιμοποιούνται για να μεταφέρουν και να αναπαραστήσουν την ζωή και τον βίο του Άγιου Πρεκάριου καθρεφτίζουν μέσα από μια μεταστροφή αυτά τα χαρακτηριστικά. Έτσι η ελαστικότητα, η αποτοπικοποιήση και οι οριζόντιες σχέσεις καθρεπτίζονται και διαστρεβλώνονται μέσα από την ζωή και τα θαύματα-παραστάσεις του Άγιου Πρεκάριου .

Η ιταλική έκφραση ‘non so a che santo votarmi’ (‘Δεν ξέρω σε ποιον άγιο να προσευχηθώ’) χρησιμοποιείται για να εκφράσει την απόλυτη έλλειψη ελπίδας. Σύμφωνα με την λαϊκή θρησκευτικότητα και την Καθολική θρησκεία, κάθε άγιος στο αγιολόγιο έχει ένα ξεχωριστό πεδίο στο οποίο ειδικεύεται και επεμβαίνει. Κάποιοι άγιοι έχουν πολλαπλές ικανότητες, άλλοι είναι υπεύθυνοι για τις ασθένειες, άλλοι για επαγγελματικά θέματα. Η αγία Agata είναι η προστάτιδα αγία των μητέρων που θηλάζουν, ο άγιος Gabriel των εργαζόμενων σε ταχυδρομεία και των διπλωματών, ο άγιος Eustachio των κυνηγών και δασονόμων, η αγία Rita των γυναικών που παντρεύτηκαν χωρίς να το επιθυμούν και γενικά των απελπισμένων καταστάσεων και άλλοι. Είναι εύκολο να φανταστούμε τους Ιταλούς ευκαιριακούς εργαζόμενους να κοιτούν ο ένας τον άλλον μετά το τέλος ενός ακόμα συμβολαίου και να αναστενάζουν λέγοντας: «δεν ξέρω σε ποιον άγιο να προσευχηθώ». Είναι, επίσης, εύκολο να φανταστούμε ότι σύντομα ήρθε σε κάποιον η ιδέα ότι αν κανένας από τους ήδη υπάρχοντες αγίους δεν μπορεί να βοηθήσει, θα έπρεπε να εφευρεθεί κάποιος ολοκαίνουριος άγιος ειδικά γι’ αυτόν το λόγο. Την ιδέα του άγιου Πρεκάριου τη συνέλαβε πρώτη μια ομάδα ακτιβιστών από το Μιλάνο, οι Chainworkers, ένα από τα γκρουπ που συνυπάρχουν στον χώρο Reload του Μιλάνου. Αυτός ο χώρος, με τη σειρά του, είναι ένα κομμάτι μιας ομογενούς ομάδας από γκρουπ τα οποία οργάνωσαν το 2004 το parade της ευρο-πρωτομαγιάς (2004 Euro May Day parade), συμπεριλαμβανομένης και της μιλανέζικης ομάδας Critical Mass, η οποία είχε ήδη την δικιά της προστάτιδα αγία, την αγία Graziella («Graziella» είναι γυναικείο όνομα, καθώς και το όνομα ενός βασικού τύπου ποδηλάτου). Για να δώσουν στην αγία Graziella έναν σύντροφο, η ομάδα των Chainworkers δημιούργησαν έναν αρσενικό άγιο (Romano, 2004): ο άγιος Πρεκάριος γεννήθηκε, με όλα τα παραδοσιακά αξεσουάρ της αγιότητας. Διαθέτει αγάλματα (αρκετά και πολύ διαφορετικά) που συνοδεύουν τις πομπές, εικονολογικά χαρακτηριστικά, αγιογραφία, την δικιά του τυπωμένη εικόνα , μια προσευχή και ένα πεδίο στο οποίο ειδικεύεται. Έχει ακόμα και το δικό του ιερό, σε ένα κιόσκι της κατειλημμένης παραλίας του Lido di Venezia, Global Beach. Και το σημαντικότερο, έχει έναν αυξανόμενο αριθμό πιστών.

Όταν ξεκίνησε ο άγιος Πρεκάριος είχε σχεδιαστεί σαν μια μεταστροφή της λαϊκής παράδοσης, η οποία, αμέσως, μεταστράφηκε ως προς το περιεχόμενό της και κανονικοποιήθηκε στα επίσημα χαρακτηριστικά της. Για παράδειγμα, η ζωή του άγιου Πρεκάριου εξιστορείται σύμφωνα με την λαϊκή θρησκευτική τεχνοτροπία και ακολουθεί την παραδοσιακή τυπολογική ανάπτυξη. Η ιστορία μιλάει για έναν νεαρό άνδρα γεννημένο σε μία πλούσια οικογένεια ο οποίος, αφού σπουδάζει «δημιουργική οικονομία» και πάνω στην αναζήτηση μίας απάντησης, επισκέπτεται έναν άνδρα, τον Silviodoro (Goldensilvio), ο οποίος από μία θεϊκή παρέμβαση έχει λάβει αρκετά χρήματα για να χρηματοδοτήσει 3 τηλεοπτικά κανάλια. Στον δρόμο για τον γυρισμό, συναντά μία ομάδα ανθρώπων που διαμαρτύρονται για τη διακοπή της λειτουργίας του αγροκτήματος στο οποίο εργάζονταν. Οι απολυμένοι εργάτες του λένε ότι σχεδιάζουν να μεταναστεύσουν, αφού οι μόνες διαθέσιμες εργασίες στην περιοχή είναι με συμβάσεις περιορισμένου χρονικού διαστήματος και δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή. Η ιστορία συνεχίζεται με τον Πρεκάριο, με σκοπό να εξακριβώσει την αλήθεια αυτών των ισχυρισμών, να εργάζεται σε φαστφουντάδικο, και στη συνέχεια να του αρνούνται ένα ενυπόθηκο δάνειο για να αγοράσει τηλεόραση, και τελικά να μετατρέπεται στη θεότητα των επισφαλώς εργαζόμενων (Globalproject Milano, 2004). Η προσευχή του άγιου Πρεκάριου, βασισμένη σε μία προσευχή των καθολικών για τον θεό τους, παρακαλεί για πληρωμένες άδειες μητρότητας, προστασία για τους εργαζόμενους σε εμπορικές αλυσίδες και σε τηλεφωνικά κέντρα, διακοπές, εισφορές εφάπαξ, δωρεάν υπηρεσίες και εγγυήσεις εσόδων.

Ο άγιος Πρεκάριος ακολουθείται από μία καμπάνια προώθησης προϊόντων που περιλαμβάνουν αυτοκόλλητα και τυπωμένες χάρτινες εικονίτσες που μεταστρέφουν τις κάρτες των θρησκευτικών αγίων. Η κάρτα του άγιου Πρεκάριου που υιοθετήθηκε από τους Chainworkers ήταν από το έργο του Καναδού καλλιτέχνη Chris Woods. Σε αυτήν, ο άγιος Πρεκάριος παρουσιάζεται ντυμένος με φόρμα εργασίας. Η κάρτα περιλαμβάνει τις αρετές( ή ικανότητες) του αγίου οι οποίες, ακολουθώντας την παραδοσιακή εικονογραφία, παρουσιάζονται, επίσης, σαν σημάδια του μαρτυρίου του. Αυτά περιέχουν το εισόδημα, τη στέγαση, την υγεία, την επικοινωνία και τις μεταφορές. Ένα ακόμη προϊόν είναι το επιτραπέζιο παιχνίδι Πρεκαριόπολη, που εφευρέθηκε από τους Chainworkers, το οποίο μεταστρέφει την Μονόπολη εισάγοντας τα εμπόδια της ζωής των περιστασιακά εργαζόμενων.

Είχε αποφασιστεί ότι ο άγιος Πρεκάριος θα έπρεπε να έχει τη δικιά του ημέρα εορτασμού και ότι η πιο κατάλληλη ημέρα για τον εορτασμό του αγίου της επισφάλειας και της προσωρινότητας θα ήταν η 29η Φεβρουαρίου, μία Κυριακή. Η συγκεκριμένη μέρα θα έχει διπλή συμβολική αξία: από τη μία πλευρά, είναι μία «διαλείπουσα» ημέρα, αφού εμφανίζεται μόνο μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια, και από την άλλη το 2004 ήταν Κυριακή, μια ημέρα η οποία με την προσωρινότητα έχει χάσει τα συνακόλουθα της ανάπαυσης και του χρόνου διακοπής της εργασίας για να γίνει άλλη μια μέρα δουλειάς. Η πρώτη εμφάνιση του άγιου Πρεκάριου, που προγραμματίστηκε να γίνει στο σούπερ μάρκετ Coop (αλυσίδα σούπερ μάρκετ στη Βόρεια Ιταλία), σχεδιαζόταν να τραβήξει την προσοχή στη φθορά του χρόνου ζωής, και στη μετατροπή αργιών όπως η Πρωτομαγιά και οι Κυριακές σε ημέρες εργασίας. Αυτή η ομαλοποίηση υποστηρίχθηκε ότι, επίσης, οδηγεί στην επιδείνωση των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνικής δομής. Η πρώτη εμφάνιση του αγίου Πρεκάριου πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες των θρησκευτικών πομπών, οργανωμένη από τους Chainworkers, με περίπου είκοσι άλλες ομάδες, κολεκτίβες και κοινότητες ανθρώπων να ερμηνεύουν ρόλους και να αφηγούνται. Ένα άγαλμα κουβαλιόταν στους δρόμους, μπροστά από το οποίο προπορευόταν ένα ανάμικτο ιερατείο, που συμπεριλάμβανε κι έναν καρδινάλιο που απάγγειλε προσευχές με ένα μικρόφωνο, και το ακολουθούσαν ευσεβείς. Η συγκεκριμένη πομπή ξεκίνησε από το κοινωνικό κέντρο Reload, εστία των Chainworkers, και περιλάμβανε και έναν ψεύτικο καθολικό καλόγερο, έναν παπά, μία μοναχή, έναν καρδινάλιο και ένα ηχητικό σύστημα. Διέσχισε τους δρόμους της περιφέρειας του Μιλάνου ώσπου να φτάσει στο σούπερ μάρκετ COOP, όπου συνέχισε μέσα από τους διαδρόμους. Κάθε τόσο σταματούσε για συλλογικές προσευχές και για συλλογή προσφορών. Οι λάτρεις του αγίου σε όλη τη διάρκεια μοίραζαν κάρτες του στους καταναλωτές, ή αντικαθιστούσαν με αυτές τις ετικέτες των τιμών (Reload Video Crew, 2004; Riot Generation Video, 2004).

Στην Καθολική παράδοση κάθε άγιος αναγνωρίζεται από τα εικονογραφικά χαρακτηριστικά του, τα οποία γενικά αναφέρονται στα θαύματα του αγίου ή στο μαρτύριό του. Ο άγιος Πρεκάριος, στην πρώτη του εμφάνιση, παρουσιάστηκε φορώντας μια φόρμα υπαλλήλου σούπερ μάρκετ. Το άγαλμα είχε αρκετά χέρια, υποδεικνύοντας την πολλαπλότητα των προσωρινών συμβάσεων και εργασιών καθώς και την αναγκαία ικανότητα κάποιου που εργάζεται περιστασιακά να αναπτύσσει πολλαπλές δεξιότητες και να μπορεί, σαν ταχυδακτυλουργός, να καταφέρνει να κάνει διαφορετικές εργασίες. Οι αναφορές στα μαρτύρια βρίσκονται στο κάθε χέρι, δημιουργώντας πλάγια μια λίστα από μια σειρά τυπικών επισφαλών εργασιών: αποκόμματα εφημερίδων με μικρές αγγελίες για εργασία, μια σακούλα με πατάτες McDonald’s, ένα τηλέφωνο από τηλεφωνικό κέντρο.

Από τις 29 Φεβρουαρίου του 2004, ο άγιος Πρεκάριος έχει κάνει πολυάριθμες εμφανίσεις σε διαφορετικές περιοχές, από την Τριέστη στη βορειοανατολική Ιταλία μέχρι το Σαλέρνο στη νότια, από την Μπολόνια στο Βορά μέχρι τη Ρώμη, από το Μπάρι στα νοτιοανατολικά μέχρι την Βενετία. Οι εμφανίσεις είχαν στόχο συγκεκριμένους εργασιακούς χώρους στους οποίους η εργατική δύναμη αποτελείται σε μεγάλο ποσοστό από προσωρινούς εργαζόμενους. Ο χάρτης με τις εμφανίσεις του αγίου συμπίπτει με τον χάρτη των τύπων περιστασιακής εργασίας: εθνικές και διεθνείς αλυσίδες, όπως τα καταστήματα McDonald’s και τα σούπερ μάρκετ, βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, γραφεία προσωρινής απασχόλησης και, τέλος, και το φεστιβάλ ταινιών της Βενετίας, προς τιμήν όλων των προσωρινά εργαζομένων στη βιομηχανία ταινιών. Ο άγιος Πρεκάριος δεν ανήκει σε μια συγκεκριμένη περιοχή αλλά εμφανίζεται σε πολλά διαφορετικά μέρη, καμιά φορά και παράλληλα: «η ιδέα είναι να έχουμε διάφορες δράσεις, διαφορετικές στο θέμα και στη μέθοδο, να συμβαίνουν ταυτόχρονα σε διαφορετικές πόλεις ή σε διαφορετικές περιοχές της ίδιας πόλης» (Foti, 2004a). Όπως ένας πολλαπλά ειδικευμένος και πολλαπλά απασχολούμενος περιστασιακός εργάτης, που επισφαλώς παραπαίει από τη μία δουλειά στην άλλη και που συχνά χρειάζεται να κάνει ταυτόχρονα περισσότερες από μία εργασίες, ο άγιος δεν έχει σταθερή ταυτότητα. Περισσότερο από το να «είναι», ο άγιος «γίνεται», κατασκευάζοντας σχέδια πτήσης σύμφωνα με τις ανάγκες, τις προσωπικές κλίσεις και την ένταξη σε ομάδες.

Παρουσιάζουμε, σαν παράδειγμα, το γεγονός και την καμπάνια των media που δημιουργήθηκε και ενορχηστρώθηκε από τη μιλανέζικη ομάδα των Chainworkers σε συνεργασία με τους προσωρινούς εργαζόμενους στη βιομηχανία μόδας, με την ευκαιρία της Εβδομάδας μόδας στο Μιλάνο στις 26 Φεβρουαρίου 2005. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί, επίσης την αρχή μιας μεταμόρφωσης του άγιου Πρεκάριου και δείχνει την ικανότητα του να μεταλλάσσεται “ακριβώς όταν πρέπει” σε ένα νέο φαντασιακό. Στην εβδομάδα Μόδας του Μιλάνου του 2005, ο Άγιος Πρεκάριος μεταμορφώθηκε στον αναγραμματισμό του, την Σέρπικα Νάρο (San Precario, Serpica Naro), μια ανερχόμενη καινοτόμο Αγγλο-Ιαπωνίδα σχεδιάστρια με το δικό της βιβλίο και σελίδα στο διαδίκτυο, που μιμούταν τέλεια την όψη και το περιεχόμενο εκατοντάδων άλλων σελίδων ανερχόμενων σχεδιαστών μέχρι και στην επιλογή του τυπογραφικού φόντου, ενώ τα animation και οι ήχοι της σελίδας έφερναν στο μυαλό το συντομευμένο, ελαφρύ στυλ των τηλεοπτικών εκπομπών μόδας. Παρομοίως, τα (εφευρεμένα) αποκόμματα από τον τύπο καθρεφτίζουν την αισθητική των περιοδικών σχετικά με τη μόδα και το στυλ. Η Σέρπικα, επίσης, είχε ένα γραφείο τύπου που έστελνε ανακοινώσεις και ένα γραφείο στο Τόκυο. Μια γενικόλογη ιστοσελίδα που φίλτραρε πληροφορίες από πρεκάριους εργάτες στη βιομηχανία μόδας, υποσχόταν “εσωτερικές” πληροφορίες σε δημοσιογράφους που θα δήλωναν συμμετοχή στην σελίδα .






Η Σέρπικα Νάρο είχε γεννηθεί: μια νέα σχεδιάστρια με αιχμηρές ιδεές, διάσημη, διαβάζουμε στη βιογραφία της, για τη χρήση τεχνολογικών σχεδίων στα υφάσματα και για τις πρωτοποριακές μεθόδους κοψίματος. Δήλωσε τη συμμετοχή της στο επίσημο σώμα που επιβλέπει την εβδομάδα μόδας, το la camera della moda , για να συμμετάσχει στις εκδηλώσεις του 2005. Για να έχει πιο ισχυρή παρουσία η Σέρπικα, οι Chainworkers ενεργώντας με τη βοήθεια ενός δικτύου αγανακτισμένων περιστασιακών εργαζόμενων στη μόδα, δημιούργησαν πολλές αντικρουόμενες περίεργες ιστοσελίδες που κατηγορούσαν την Σέρπικα ότι εκμεταλλεύτηκε την Ιαπωνική ομοφυλοφιλική κοινότητα αντιγράφοντας και εμπορικοποιώντας το στυλ τους αφού προσποιήθηκε ότι θέλει να συνεργαστεί μαζί τους. Μια παρόμοια επιχείρηση στήθηκε στο Μιλάνο,όπου οι φήμες έλεγαν ότι η Σέρπικα ήθελε να κάνει ένα σόου στην Pergola (βάση των Chainworkers και άλλων ακτιβιστών) πληρώνοντας πολύ λίγο νοίκι, και προκαλώντας έτσι την οργή του Άγιου Πρεκάριου και την προσοχή των ΜΜΕ. Η εκδήλωση αυτή καθαυτή - η εκδήλωση μόδας - είχε έξι μοντέλα ειδικά σχεδιασμένα από την Σέρπικα Νάρο για το θέμα της επισφάλειας και των επισφαλών συνθηκών εργασίας, και την ακολούθησε ένα show από νέους σχεδιαστές όπως οι British Conscious Fashion Week και οι Catalan Yo Mango, που αρνούνται να συσχετιστούν με το εδραιωμένο σύστημα της μόδας. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης ανακοινώθηκε ότι η Σέρπικα Νάρο δεν υπήρχε και όλη η φάρσα αποκαλύφθηκε στα ΜΜΕ, που μετέδωσαν πλήρως όλη την ιστορία δίνοντας έτσι και άλλο φως στο πρόβλημα της επισφαλούς εργασίας που κρύβεται πίσω από την λάμψη της εβδομάδας μόδας του Μιλάνου.

'Ενα από τα κεντρικά ζητήματα της επισφάλειας είναι η κατακερματισμένη προσωρινότητα της ευέλικτης εργασίας. Όπως οι συνθήκες εργασίας είναι "ευέλικτες", "part-time", "χαλαρές", "προσωρινές", έτσι είναι και το χρονικό πλαίσιο της διαμαρτυρίας. Οι νομαδικές εμφανίσεις του Αγίου Πρεκάριου μπορούν να θεωρηθούν θέμα τακτικής, σύμφωνα με τον τώρα διάσημο (αλλά όχι στην Ιταλία) διαχωρισμό που έκανε ο Michel de Certeau ανάμεσα σε στρατηγική και τακτική. Ενώ μια στρατηγική επιχειρείται από ένα πιθανό ή διακεκριμένο χώρο, μια τακτική τοποθετείται σε απρόβλεπτα μέρη. "Μια τακτική" λέει ο de Certeau " μπορεί να ενσωματωθεί στον χώρο του άλλου τμηματικά, χωρίς να τον καταλάβει στην ολότητά του"(de Certeau, 1988: xix). Παρόμοια, ο Άγιος Πρεκάριος κάνει προσωρινές εισβολές σε μέρη άλλων: Super markets, το φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας, την πασαρέλα, γραφεία εύρεσης προσωρινής εργασίας, βιβλιοθήκες. Σημαντικότερα , τονίζει ο de Certeau, ενώ η στρατηγική βασίζεται στον χώρο, η τακτική βασίζεται κυρίως στον χρόνο: "προσέχει πάντα για ευκαιρίες που μπορεί να προκύψουν ξαφνικά". Ό,τι κερδίζει δεν το κρατάει. Πρέπει συνεχώς να χειρίζεται γεγονότα για να τα μετατρέπει σε "ευκαιρίες" (de Certeau, 1988: xix). Αν οι εμφανίσεις του Άγιου Πρεκάριου ενορχηστρωθούν με τακτική, σε τι είδους χρόνο μπορούν να βασιστούν για να δημιουργήσουν ευκαιρίες; Εν μέρει ΤΑΖ, εν μέρει καρναβάλι, οι εμφανίσεις του Αγίου γίνονται για να είναι προσωρινές και παροδικές. Στην TAZ: The Temporary Autonomous Zone (Προσωρινή Αυτόνομη Ζώνη), ο Hakim Bey τάσσεται υπέρ του "προσωρινού" χρόνου εξέγερσης και ξεσηκωμού, ενάντια στον "μόνιμο" χρόνο της επανάστασης (Bey, 1985: 97-102). Μία εξέγερση ανοίγει ευκαιρίες, μπορούμε να πούμε ότι φαντάζεται σχέδια πτήσης, για να εξαφανιστεί και να εμφανιστεί σε διαφορετικό χώρο και χρόνο μόλις ονοματιστεί, εκπροσωπηθεί ή διαμεσολαβηθεί. Η προσωρινότητα συνδυάζεται με την αφάνεια ως τακτική αντίστασης ενάντια στην πανταχού παρούσα καταπίεση του κρατικού ελέγχου (Bey, 1985: 97-102).

Η προσωρινή διακοπή, σαν αυτή που περιγράφει ο Bey, και ένας ιικός (viral) πολλαπλασιασμός των γεγονότων σε διαφορετικά μέρη είναι μια επιλογή τακτικής με σκοπό την αποφυγή του ελέγχου. Δεν είναι δυνατον να αντιτεθούμε στην κυρίαρχη πολυπλοκότητα τη σημερινής κοινωνίας με μια άμεση και ανταγωνιστική σύγκρουση. Η εξαφανίση του Άγιου Πρεκάριου είναι από μια άποψη τόσο σημαντική όσο και η εμφάνιση του.

Κυβερνοπλασία, Μυθοπλασία, Βιντεοπλασία

(E-poesis, Mythopoesis, Videopoesis)

Λοιπόν, κάνει ο Άγιος Πρεκάριος κάτι άλλο εκτός από εμφανίσεις για να υπονομεύει φευγαλέα, ίσως να οργανώσει εκπτώσεις 20% από τις αγορές σας για μια ημέρα, και να εξαφανιστεί πάλι στο οικείο καταφύγιο του πολιτιστικού ακτιβισμού; Είναι ο Άγιος Πρεκάριος καθόλου διαφορετικός από τις εκατοντάδες των ενεργειών πολιτιστικών jammers, των subvertisers, όσων κάνουν κάνουν ακτιβισμό μέσα από την τέχνη, το hacking, τα media (artivists, hactivists, mediactivists and creactivists) παγκοσμίως; Τι κάνει ο Άγιος Πρεκάριος μεταξύ μιας εμφάνισης και της επόμενης; Ο Άγιος Πρεκάριος, ως μια οπτασία που εμφανίζεται σε διαφορετικές πόλεις με διαφορετικά πρόσωπα, για να διεκδικήσει πληρωμένη άδεια μητρότητας, διακοπές και η συνταξιοδότηση, λειτουργεί στρατηγικά. Αλλά ο Άγιος Πρεκάριος είναι, επίσης, μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής κουβέντας που συγκεντρώνει, όπως φάνηκε κατά τη διάρκεια των εμφανίσεών του στην ευρο-Πρωτομαγιά, διαφορετικές ομάδες ακτιβιστών, δίκτυα και ανεξάρτητες ενώσεις. Μια από τις εικόνες που χρησιμοποιείται από μια άλλη ομάδα, τους Globalproject ακτιβιστές, για να περιγράψουν τον τρόπο που οι πρεκάριοι εργαζόμενοι οργανώνονται, είναι το αρχιπέλαγος, ένα περιβάλλον φτιαγμένο από «νησιά στο διαδίκτυο, που συνδέονται με γρήγορα και πολύχρωμα links….» (Globalproject Venezia, 2004). Το αρχιπέλαγος είναι η αντανάκλαση του αποκεντρωμένου μηχανισμού παραγωγής της μεταβιομηχανικής κοινωνίας και ενός μεταφορντικού συστήματος . Το αρχιπέλαγος θυμίζει τo cyberpunk romance βιβλίο του Sterling , Islands in the Net (1956), όπου τα νησιά είναι αυτόνομα πειράματα πάνω στην κοινωνική συνεργασία και τους τρόπους ζωής, συνδεμένα μέσω του δικτύου. Το αρχιπέλαγος της επισφάλειας οργανώνεται όπως μία ποικιλία ατόμων, ομάδων, και κολεκτίβων που συνδέονται μέσω διασταυρωμένων δικτύων.

Ένα αρχιπέλαγος επαναστατικών κοινοτήτων, στριμωγμένων μέσα σε δάση από ουρανοξύστες και metro-radical παραλιών, φυτά που σκαρφαλώνουν και αστερίες , κάκτοι και πανιά, που μέσα στον χάρτη της αυτοκρατορίας καθορίζουν μια ανώμαλη περίμετρο σαν μια διαστιγμένη γραμμή, που κάθε της στίγμα σφραγίζεται με την σφραγίδα Leone H.S.L. Hic Sunt [εδώ υπάρχουν λιοντάρια, το αρκτικόλεξο που χρησιμοποιήθηκε από τους Ρωμαίους για να περιγράψει μη αποικημένες και μη αποικήσιμες περιοχές] και είναι εκείνες οι περιοχές όπου η εξουσία έχει απορριφθεί, όπου οι γυναίκες και οι άνδρες αποφάσισαν ότι ο αυτοκρατορικοί νόμοι, η κυβέρνηση και η “κανονικότητα” δεν έχουν καμία αξία στις ζωές τους. (Globalproject Venezia, 2004)

Τα δίκτυα, και ιδιαίτερα το mailing list Precog και το Globalproject, διαδραματίζουν έναν σημαντικό ρόλο στην παραγωγή αφήγησης-δράσεων (narr/actions). Η κεντρικότητα των δικτύων αντικατοπτρίζει μια γενική μετατόπιση του ιταλικού κινήματος προς την πολιτική δράση που παράγει και παράγεται μέσω της επικοινωνίας. Η παραγωγή φαντασιακού , σε ένα εννοιολογικό σύστημα, γίνεται το συστατικό στοιχείο για τις πολιτικές υποκειμενικότητες και τις κοινότητες.

Τα αυτοoργανωμένα νησιά ή κοινότητες έχουν ευδιάκριτες γενεαλογίες και πολιτικές τάσεις. Αν και υπάρχουν διασταυρώσεις και επικαλύψεις όταν μεμονωμένοι ακτιβιστές περνούν μέσα από διαφορετικούς κόμβους, καθένας κατευθύνοντας τις ενέργειες και την προσοχή του σε συγκεκριμένα ζητήματα. Κοινότητες συναθροίζονται γύρω από την επισφάλεια, τόσο διαφορετικές όσο οι μετα-φεμινίστριες SexyShock, οι βορειοανατολικοί βιο-ενωτικοί Invisibili, ανεξάρτητες συνδικαλιστικές ενώσεις (sindacati di base), άτομα που εργάζονται σε αλυσίδες εταιρειών(chainworkers), άτομα ασχολούμενα με πνευματική εργασία (brainworkers), οι ακτιβιστές του Globalproject, αντάρτες της πληροφορίας , κολεκτίβες των hackers. Ο Άγιος Πρεκάριος αν και εφευρέθηκε από τους Chainworkers, είναι από αυτή την άποψη ένα κοινό προϊόν και μια κοινή παραγωγή.

Σαν τέτοιο, ο άγιος Πρεκάριος είναι μια μυθοπλαστική φιγούρα: περιγράφει και αναπαριστά μια υπαρκτή κοινότητα. Η περιγραφή με αυτό τον τρόπο μετατρέπεται σε ένα είδος περιγραφής-δράσης (narr/action), η οποία μπορεί να εξηγηθεί ως την δυνατότητα και την επιθυμία να δημιουργηθεί ένα αίσθημα ενότητας, που βασίζεται σε κοινές ιστορίες και εμπειρίες που με τη σειρά τους έγιναν η αρχή για συνεχείς συζητήσεις και για να προκύψουν νέες δυνατότητες και γεγονότα. Οι περιγραφές γενικά γίνονται μυθοπλαστικές όταν, όπως στην απεικόνιση των βίντεο της Riot Generation (γενιάς εξέγερσης), ένα από τα νησιά που παράγουν? βίντεο μέσα στο(και έξω από το) Globalproject, είναι «λέξεις που παράγουν ενέργειες και ενέργειες που παράγουν λέξεις» (Ferraro, 2004).

Ο Wu Ming 1, ο «αφηγητής» της κολεκτίβας Wu Ming, γνωστός και ως Luther Blisset, έχει αφιερώσει πολλή από την αντανάκλασή του στην ιδέα της μυθοπλασίας, και την ορίζει κάπως έτσι:

Η κοινωνική διεργασία της κατασκευής μύθων, χωρίς να εννοούμε “ψεύτικες ιστορίες”, αλλά ιστορίες κοινές που λέγονται, επαναλαμβάνονται και χρησιμοποιούνται από μία τεράστια και πολυσχιδή κοινότητα, ιστορίες που, ίσως, δίνουν υπόσταση σε ένα είδος ιεροτελεστίας, μία αίσθηση συνέχειας μεταξύ αυτού που κάνουμε και αυτό που έκαναν άλλοι άνθρωποι στο παρελθόν…Τα ιταλικά κοινωνικά κινήματα είχαν την ικανότητα να εμφανιστούν σαν μια πληθώρα ανθρώπων που περιγράφουν τους εαυτούς τους από μια αδιάκοπη, ζωντανή ροή ιστοριών, χρησιμοποιώντας αυτές τις ιστορίες σαν όπλα που θα επέβαλλαν ένα νέο φαντασιακό ξεκινώντας από τη βάση. Όταν μιλάμε για “μύθους”, εννοούμε ιστορίες που είναι απτές, φτιαγμένες από αίμα, σάρκα και σκατά. (Wu Ming, 2002)

Η υλική υπόσταση των ιστοριών αυτών έχει, επίσης, ενδιαφέρον. Μαζί με την γενική ευφυή παραγωγή των ιδεών γύρω από τον άγιο Πρεκάριο, υπάρχει η ανάγκη να εισαχθεί μία ακόμη έννοια: αυτή του κοινού σώματος, αφού το “έπος” του άγιου Πρεκάριου εξιστορείται και αναπαριστάται την ίδια στιγμή, ή αναπαριστάται καθώς εξιστορείται. Η χρήση διάφορων τεχνολογιών όπως το βίντεο, το ραδιόφωνο, το δίκτυο, τα sites του δικτύου και, καμιά φορά, η καλωδιακή τηλεόραση, κάνουν δυνατή την αφήγηση των δράσεων και των γεγονότων σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Η ετικέτα “ακτιβιστής των media” αποχτά εδώ ένα συγκεκριμένο νόημα, κατά το οποίο τα media είναι μόνο μία από τις δυνατές μορφές ακτιβισμού. Οι ενέργειες και τα γεγονότα δημιουργούνται, κατασκευάζονται και πραγματοποιούνται από τους ίδιους ανθρώπους. Οι αφηγήσεις, με λίγα λόγια, είναι δεν είναι μια υπερ-έκθεση μετά το γεγονός αλλά βασικό κομμάτι της πολιτικής δράσης. Με αυτή την έννοια, η μυθοπλασία, την οποία, σ’ αυτή την περίπτωση, θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε και κυβερνοπλασία (e-poesis) ή βιντεοπλασία (videopoesis), είναι απτή, φτιαγμένη από αίμα, σάρκα και πιθανών από σκατά.

Η υποκειμενικότητα αντικατοπτρίζεται, επίσης, σε έναν υλικό επίπεδο, όχι απλά σε θεωρητικό. Ο διακοπτόμενος χρόνος και το τεμαχισμένο διάστημα των διαδηλώσεων / των δράσεων/ των γεγονότων/ των διαδικασιών, ό,τι μπορεί να ονομαστεί χρόνος της εξέγερσης, παράγουν μια διαδικασία υποκειμενοποίησης βασισμένη στο intercorporeality(στην πραγματικότητα των εσωτερικών διεργασιών). Οι επιρροές είναι κεντρικές σε αυτήν τη διαδικασία. Η ιδέα του intercorporeality είναι αρχικά εμπνευσμένη από τις έννοιες της ενσωμάτωσης και της σάρκας, δηλαδή μέσω του Merleau-Ponty (1968: 130-155). Τον τελευταίο καιρό η ιταλίδα ανθρωπολόγος Tamisari, στην εργασία της για το χορό και την παράσταση, ερευνά μια κοινωνική και συλλογική διάσταση της ενσωμάτωσης (1998: 274-286). Τι συμβαίνει έπειτα από στο intercorporeality(εσωτερικές διεργασίες) των διαμαρτυριών; Υπάρχει μια ανάγκη να ανακτηθεί η έννοια του συναισθήματος και, με τη Edith Stein, να υποστηρίζει ότι το συναίσθημα και οι πράξεις οι οποίες διέπονται από το συναίσθημα μπορούν μόνο να συμβούν κατά τρόπο σωματικό, μέσω του σώματός κάποιου (που γίνεται κατανοητό ως μεμονωμένη ψυχοφυσική ενότητα). Η δυνατότητα του αισθησιακού συναισθήματος, ή ενός "sensing-in" σύμφωνα με Stein (1989: 58), αποτελεί την εμπειρία όχι μόνο του άλλου αλλά και του εαυτού. Αυτό το αισθησιακό συναίσθημα, που εκφράζεται ως TAZ αλλά και ως ανατροπή μέσα σε άλλα πειράματα, συνθέτει τις υποκειμενικότητες και τις κοινότητες. Αυτό το αισθησιακό συναίσθημα, ίσως, είναι η απάντηση στο precarity και την αστάθεια όχι μόνο της εργασίας αλλά και της σύγχρονης ζωής.

Βιογραφίες συντακτών

Ο Marcello Tarì διδάσκει εθνογραφία στο Università degli Studi di Bari, στην Ιταλία. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντά του αφορούν την πολιτιστική ανθρωπολογία του ιταλικού ακτιβισμού.

Η Ilaria Vanni εργάζεται στο ίδρυμα διεθνών μελετών (Institute for International Studies), University of Technology Sydney. Τα γενικά ερευνητικά ενδιαφέροντά της βρίσκονται στον οπτικό και υλικό πολιτισμό και την ταυτότητα. Η τρέχουσα έρευνά της είναι στην παραγωγή των γλωσσικών στοιχείων στον ιταλικό ακτιβισμό.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΤΗΤΑ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΤΗΤΑ

Franco Berardi Bifo 2005

μετάφραση Γ. Δήμιζας

«Δεν έχουμε μέλλον γιατί το παρόν μας είναι πολύ ρευστό. Η μόνη δυνατότητα που παραμένει είναι η διαχείριση του κινδύνου. Το πιο καλοϋφασμένο σενάριο της παρούσας στιγμής.»
W.Gibson:”Pattern recognition”

Το φλεβάρη του 2003 ο αμερικανός δημοσιογράφος Bob Herbert δημοσίευσε στους New York Times τα αποτελέσματα μιας γνωστικής έρευνας από ένα δείγμα μερικών εκατοντάδων άνεργων νέων στο Σικάγο: κανένας απ’ τους συνεντευξιαζόμενους δεν περίμενε να βρει δουλειά τα επόμενα χρόνια, κανένας τους δεν περίμενε να είναι σε θέση να εξεγερθεί, ή να πυροδοτήσει μεγάλης κλίμακας συλλογικές αλλαγές. Η γενική αίσθηση της συνέντευξης ήταν ένα αίσθημα μιας βαθιά εδραιωμένης αδυναμίας. Η αντίληψη της παρακμής δεν φαινόταν εστιασμένη στην πολιτική, αλλά σε ένα βαθύτερο αίτιο, το σενάριο μιας κοινωνικής και φυσικής εμπλοκής που φαίνεται να ακυρώνει κάθε δυνατότητα δόμησης εναλλακτικών λύσεων. Ο κατακερματισμός του παρόντος χρόνου αντιστρέφεται στην δυνητική του μέλλοντος.

Στο “The Corrosion of Character: the Transformation of Work in Modern Capitalism (Norton:1998;Tr.It. L’ Uomo Flessibile”, ο Richard Sennett αντιδρά σ’ αυτή την υπαρξιακή συνθήκη της προσωρινότητας και του κατακερματισμού με νοσταλγία για μια εποχή του παρελθόντος όπου η ζωή ήταν δομημένη με σχετικά σταθερούς κοινωνικούς ρόλους, και ο χρόνος είχε επαρκή γραμμική συνέπεια για να ερμηνεύσει μονοπάτια ομοιότητας. «Το βέλος του χρόνου έχει σπάσει: σε μια οικονομία υπό διαρκή αναδόμηση που βασίζεται στο βραχύχρονο και μισεί τη συνήθεια, δεν μπορούν να υπάρξουν πλέον καθορισμένες τροχιές. Οι άνθρωποι νοσταλγούν σταθερές ανθρώπινες σχέσεις και μακρόχρονους σκοπούς.» (R.Sennett: The Corrosion of Character)

Όμως αυτή η νοσταλγία δεν χωράει στην παρούσα πραγματικότητα, και οι απόπειρες ενεργοποίησης της κοινότητας παραμένουν τεχνητές και στείρες.

Στο δοκίμιο «Precari-us?», η Angela Mitropoulos παρατηρεί ότι η προσωρινότητα είναι μια προσωρινή έννοια. Κι’ αυτό γιατί ορίζει το αντικείμενό της με ένα προσεγγιστικό τρόπο, αλλά και επειδή από αυτή την αντίληψη προέρχονται παράδοξα, αυτοαναιρέσεις, με άλλα λόγια στρατηγικές προσωρινότητας. Αν επικεντρώσουμε όλη την κριτική μας στον προσωρινό χαρακτήρα της εργασίας ποιό θα ήταν το προτεινόμενο αντικείμενό μας; Αυτό μιας σταθερής εργασίας, εγγυημένης για μια ζωή; Φυσικά όχι, αυτό θα ήταν μια πολιτιστική οπισθοδρόμηση που σίγουρα θα υποβίβαζε το ρόλο της εργασίας. Μερικοί άρχισαν να μιλούν για Κοινωνικό Μισθό2 εννοώντας μορφές μισθού ανεξάρτητες από την εκτέλεση εργασίας. Όμως απέχουμε πολύ ακόμα απ’ το να έχουμε μια στρατηγική ανασύνθεσης του εργατικού κινήματος ώστε να απαλλαγούμε από την απεριόριστη εκμετάλλευση. Πρέπει να ξαναπιάσουμε τον μίτο της ανάλυσης της κοινωνικής σύνθεσης και αποσύνθεσης αν θέλουμε να διακρίνουμε πιθανές γραμμές μιας διαδικασίας επερχόμενης ανασύνθεσης.

Τη δεκαετία του ‘70 η ενεργειακή κρίση, η επακόλουθη οικονομική ύφεση και τελικά η υποκατάσταση της εργασίας από αναρίθμητες μηχανές οδήγησε στη δημιουργία ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων χωρίς εχέγγυα. Από τότε το ζήτημα της προσωρινότητας έγινε κεντρικό στην κοινωνική ανάλυση, αλλά και στις φιλοδοξίες του κινήματος. Ξεκινήσαμε προτείνοντας αγώνες για μορφές εξασφαλισμένου εισοδήματος, αποσυνδεμένου από την εργασία, για να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του νεαρού πληθυσμού δεν είχε καμιά προοπτική εξασφαλισμένης απασχόλησης. Η κατάσταση έχει αλλάξει από τότε, διότι ό,τι φαινόταν μια περιθωριακή και προσωρινή κατάσταση έχει τώρα γίνει μια επικρατούσα μορφή των εργασιακών σχέσεων. Η προσωρινότητα δεν είναι πλέον ένα περιθωριακό και προσωρινό χαρακτηριστικό, αλλά η γενική μορφή της εργασιακής σχέσης σε μια παραγωγική, ψηφιοποιημένη σφαίρα, δικτυακή και ανασυνδυαστική.

Η λέξη «προσωρινός» γενικά αναπαριστά τον τομέα της εργασίας που δεν είναι πια ορίσιμος με σταθερούς όρους σχετικούς με την εργασιακή σχέση, με τον μισθό και τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Ωστόσο, αν αναλύσουμε το παρελθόν βλέπουμε ότι αυτοί οι κανόνες λειτούργησαν για μια περιορισμένη περίοδο στις ιστορικές σχέσεις μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Μόνο για μια μικρή περίοδο στην καρδιά του 20ου αιώνα, υπό τις πολιτικές πιέσεις ενώσεων και εργαζομένων, υπό συνθήκες (σχεδόν) πλήρους ανεργίας και χάρις στο ρόλο του λιγότερο ή περισσότερο δυνατού ρυθμιστικού κράτους στην οικονομία, μπόρεσαν να καθιερωθούν κάποια όρια στη φυσική βία της καπιταλιστικής δυναμικής. Οι νόμιμες υποχρεώσεις που σε συγκεκριμένες περιόδους προστάτεψαν την κοινωνία από τη βία του κεφαλαίου πάντα βασίζονταν στην ύπαρξη μιας σχέσης μιας δύναμης πολιτικού και υλικού είδους (εργατική βία ενάντια στη βία του κεφαλαίου). Χάρις στην πολιτική δύναμη έγινε δυνατή η επιβεβαίωση δικαιωμάτων, η θέσπιση νόμων και η προστασία τους ως προσωπικά δικαιώματα. Με την παρακμή της πολιτικής δύναμης του εργατικού κινήματος, επανεμφανίστηκε η φυσική προσωρινότητα των εργασιακών σχέσεων στον καπιταλισμό και την κτηνωδία του.

Το νέο φαινόμενο δεν είναι ο προσωρινός χαρακτήρας της αγοράς εργασίας, αλλά οι τεχνικές και πολιτιστικές συνθήκες στις οποίες η πληροφορική εργασία γίνεται προσωρινή. Οι τεχνικές συνθήκες είναι εκείνες του ψηφιακού ανασυνδυασμού της πληροφορικής εργασίας σε δίκτυα. Οι πολιτιστικές συνθήκες είναι εκείνες της εκπαίδευσης των μαζών και των προσδοκιών της κατανάλωσης που κληροδοτήθηκαν απ’ την κοινωνία στα τέλη του 20ου αιώνα και που συνεχώς τρέφονται από ολόκληρο το μηχανισμό της αγοράς και των μέσων επικοινωνίας.

Αν αναλύσουμε την πρώτη όψη, δηλ. τις τεχνικές μεταμορφώσεις που εισήχθησαν από την ψηφιοποίηση του παραγωγικού κύκλου, βλέπουμε ότι το βασικό σημείο δεν είναι ότι η εργασιακή σχέση γίνεται προσωρινή (που, σε τελική ανάλυση, ήταν πάντα προσωρινή), αλλά η διάλυση του ατόμου ως ενεργού παραγωγικού παράγοντα, η διάλυση της εργατικής δύναμης. Πρέπει να δούμε τον κυβερνοχώρο της παγκόσμιας παραγωγής ως μια απέραντη ανοικτή έκταση αποπροσωποποιημένου ανθρώπινου χρόνου.

Η πληροφορική εργασία, η παροχή χρόνου για την επεξεργασία και τον ανασυνδυασμό στοιχείων πληροφορικών εμπορευμάτων, είναι το έσχατο σημείο άφιξης μιας διαδικασίας αφαίρεσης από σταθερές δραστηριότητες που ο Μαρξ ανέλυσε ως μια τάση εγγεγραμμένη στην εργασιακή σχέση του κεφαλαίου.

Η διαδικασία της αφαίρεσης της εργασίας έχει σταδιακά απογυμνώσει τον εργασιακό χρόνο από κάθε συμπαγή και ατομική ιδιαιτερότητα. Το άτομο του χρόνου για τον οποίο μιλά ο Μαρξ είναι η ελάχιστη μονάδα της παραγωγικής εργασίας. Αλλά στη βιομηχανική παραγωγή, ο αφηρημένος χρόνος εργασίας προσωποποιήθηκε από ένα φυσικό και νομικό φορέα, ενσωματωμένο σε ένα εργάτη με σάρκα και οστά, με μια πιστοποιημένη και πολιτική ταυτότητα. Φυσικά το κεφάλαιο δεν αγόρασε μια προσωπική διάθεση, αλλά το χρόνο για τον οποίο οι εργάτες ήσαν οι φορείς του. Αν όμως το κεφάλαιο ήθελε να διαθέσει τον απαραίτητο χρόνο για τη διατίμησή του, ήταν απολύτως αναγκαίο να προσλάβει ένα ανθρώπινο όν, να αγοράσει όλο του το χρόνο και γι’ αυτό έπρεπε να αντιμετωπίσει τις υλικές ανάγκες και τις πολιτικές απαιτήσεις του εργατικού σωματείου των οποίων το άτομο ήταν φορέας.

Όταν κινούμαστε πάνω στη σφαίρα της πληροφορικής εργασίας δεν υπάρχει πλέον ανάγκη εξαγοράς ενός ατόμου για 8 ώρες αόριστα. Το κεφάλαιο δεν στρατολογεί πλέον ανθρώπους, αλλά αγοράζει πακέτα χρόνου, διαχωρισμένα από τους εναλλακτικούς και συνήθεις φορείς τους.

Ο αποπροσωποποιημένος χρόνος έχει γίνει ο αληθινός παράγοντας της διαδικασίας διατίμησης, και ο αποπροσωποποιημένος χρόνος δεν έχει δικαιώματα, ούτε απαιτήσεις. Μπορεί μόνο να είναι διαθέσιμος ή μη-διαθέσιμος, αλλά η εναλλακτική είναι μόνο θεωρητική διότι το φυσικό σώμα αν και δεν είναι ένα νομικά αναγνωρισμένο πρόσωπο εξακολουθεί να πρέπει να αγοράσει το φαγητό του και να πληρώσει το νοίκι του.

Οι πληροφορικές διαδικασίες του ανασυνδυασμού σημειωτικού υλικού έχουν ως αποτέλεσμα τη ρευστοποίηση του «αντικειμενικού» χρόνου ως προϋπόθεση για την παραγωγή του πληροφορικού εμπορεύματος. Όλο το χρόνο της ζωής οι ανθρώπινες μηχανές είναι εκεί, παλλόμενες και διαθέσιμες, σαν ένας εγκέφαλος σε αναμονή. Η επέκταση του χρόνου είναι σχολαστικά κυτταρική: κύτταρα παραγωγικού χρόνου μπορούν να επιστρατευθούν σε σημειακές, συνηθισμένες και κατακερματισμένες μορφές. Ο ανασυνδυασμός αυτών των μορφών πραγματοποιείται αυτόματα μέσα στο δίκτυο. Το κινητό τηλέφωνο είναι το εργαλείο που καθιστά εφικτή την επαφή μεταξύ των αναγκών του σημειολογικού κεφαλαίου και της κινητοποίησης της ζωντανής εργασίας του κυβερνοχώρου. Ο ήχος της κλήσης του κινητού καλεί του εργάτες να συνδέσουν τον αφηρημένο χρόνο τους στη δικτυωτή ροή.

Είναι παράξενη η λέξη με την οποία ταυτίζουμε την κυρίαρχη ιδεολογία στη μετα-ανθρώπινη μετάβαση προς την ψηφιακή σκλαβιά: φιλελευθερισμός. Η ελευθερία είναι ο θεμέλιος μύθος της, αλλά η ελευθερία ποιανού; Του κεφαλαίου, σίγουρα. Το κεφάλαιο πρέπει να είναι εντελώς ελεύθερο να εξαπλωθεί σε κάθε γωνιά του κόσμου ώστε να βρει το προς εκμετάλλευση κομμάτι του ανθρώπινου χρόνου διαθέσιμο για τον πιο μίζερο μισθό. Ωστόσο ο φιλελευθερισμός υποδηλώνει και την ελευθερία του ατόμου. Το νομικό πρόσωπο είναι ελεύθερο να εκφραστεί, να διαλέξει αντιπροσώπους, να δραστηριοποιηθεί σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο.

Πολύ ενδιαφέρον, μόνο που το πρόσωπο έχει εξαφανιστεί, ό,τι έχει απομείνει είναι ένα αδρανές αντικείμενο, άσχετο και άχρηστο. Το πρόσωπο είναι ελεύθερο, σίγουρα. Αλλά ο χρόνος του είναι σκλαβωμένος. Η ελευθερία του είναι μια νομική επινόηση στην οποία δεν ανταποκρίνεται τίποτα απ’ την συμπαγή καθημερινή ζωή του. Αν αναλογιστούμε τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες πραγματικά εκτελείται σήμερα η εργασία της πλειοψηφίας της ανθρωπότητας, προλεταριακής και διανοητικής, αν εξετάσουμε το επίπεδο του μέσου μισθού παγκοσμίως, αν αναλογιστούμε την παρούσα και προσφάτως τεράστια κατάργηση προηγούμενων εργατικών δικαιωμάτων, μπορούμε να πούμε χωρίς ρητορική υπερβολή ότι ζούμε σε ένα καθεστώς σκλαβιάς. Ο μέσος μισθός σε παγκόσμιο επίπεδο επαρκεί με δυσκολία για να αγοραστούν τα απολύτως αναγκαία για την επιβίωση του ατόμου, του οποίου ο χρόνος βρίσκεται στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Και ο κόσμος δεν έχει κανένα δικαίωμα στον χρόνο του οποίου είναι επισήμως ο κάτοχος, αλλά στην ουσία είναι απαλλοτριωμένος από αυτόν. Αυτός ο χρόνος δεν τους ανήκει στην πραγματικότητα, διότι είναι διαχωρισμένος από την κοινωνική ύπαρξη των ανθρώπων που τον διαθέτουν στο ανασυνδυαστικό παραγωγικό κύκλωμα. Ο εργασιακός χρόνος είναι κλασματοποιημένος, ανηγμένος σε ελάχιστα και συναρμολογούμενα κομμάτια, και η κλασματοποίηση καθιστά εφικτή για το κεφάλαιο την εύρεση συνθηκών για ελάχιστους μισθούς.

Πώς μπορούμε να αντιταχθούμε στον αποδεκατισμό της εργατικής τάξης και της συστημικής της αποπροσωποποίησης, στη σκλαβιά που επιβεβαιώνεται σαν ένα είδος εντολής της προσωρινής και αποπροσωποποιημένης εργασίας; Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται με επιμονή από όποιον έχει ακόμη μια αίσθηση ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ωστόσο, η απάντηση δεν έρχεται γιατί η μορφή της αντίστασης και του αγώνα που ήταν επαρκής στον 20ο αιώνα φαίνεται να έχει χάσει την ικανότητα διάδοσης και ενίσχυσής της, και ούτε μπορεί συνεπώς να σταματήσει την απολυταρχία του κεφαλαίου. Μια εμπειρία που προέρχεται απ’ τα πρόσφατα χρονικά των εργατικών αγώνων είναι το ότι οι αγώνες των αβέβαιων εργατών δεν κάνουν έναν κύκλο. Η κλασματοποιημένη εργασία μπορεί να εξεγερθεί σημειακά, αλλά αυτό δεν θέτει σε κίνηση κάποιο κύμα αγώνα. Ο λόγος είναι απλός. Για να φτιάξουν οι αγώνες έναν κύκλο πρέπει να υπάρχει μια χωρική εγγύτητα των σωμάτων της εργασίας και μια υπαρξιακή προσωρινή συνέχεια. Δίχως αυτήν την εγγύτητα και συνέχεια, μας λείπουν οι συνθήκες εκείνες ώστε τα κυτταροποιημένα σώματα να γίνουν κοινότητα. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί κύμα, διότι οι εργάτες δεν μοιράζονται την ύπαρξή τους στο χρόνο, και οι συμπεριφορές μπορούν να γίνουν κύμα μόνο εάν υπάρχει μια συνεχής εγγύτητα στον χρόνο, την οποία η πληροφορική εργασία δεν μπορεί άλλο να επιτρέψει.

Σημειώσεις

1. Franco Berardi, o επονομαζόμενος Bifo. Πολιτικός ακτιβιστής, φιλόσοφος, με έντονα ελευθεριακές απόψεις. Αρχικά προσκείμενος στην Potere Operaio (εργατική εξουσία) και έπειτα ιστορική φιγούρα της δημιουργικής Αυτονομίας. Στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή που έγινε στη Μπολώνια το 1977 υποστήριξε την τολμηρή άποψη ότι το νεανικό προλεταριάτο αντιπροσώπευε το νέο υποκείμενο και ότι οι εργάτες δεν μπορούσαν πλέον να αποτελούν το προνομιακό σημείο των ταξικών αναφορών. Πειραματίστηκε απο τη δεκαετία του ’70 με δομές αντι-κουλτούρας και αντι-πληροφόρησης. Ιδρυτής του περιοδικού A/traverso (1975-1981) και του ραδιοφωνικού σταθμού Radio Alice (1976-978) στη Μπολώνια. Τη δεκαετία το ‘80 έζησε στο Παρίσι όπου και συνεργάστηκε με τον Felix Guattari (1977-1989). Τη δεκαετία του ‘90 επιστρέφει στην Ιταλία και η θεωρητική του ανάλυση εστιάζει στο πώς η μεταβαλλόμενη φύση του καπιταλισμού χρησιμοποιεί σήμερα την τεχνολογία, την κουλτούρα και τις επικοινωνίες μέσα στο νέο καθεστώς της παραγωγής. Το 1991 έγραψε και πρωταγωνίστησε στο κινηματογραφικό έργο “Il Trasloco” το οποίο αναφέρεται στο 1977. Ο Franco Berardi έχει αναπτύξει τόσο θεωρητικό έργο όσο και δράση, ενώ τελευταία δραστηριοποιείται στην (αντι-)πληροφόρηση μέσω διαδικτύου. Πρόσφατα το 2002 συμμετείχε στο πείραμα telestreet, ενα δίκτυο απο μικρά τοπικά κανάλια διασπαρμένα σε όλη την Ιταλία ενάντια στην μιντιακή δικτατορία. Τέλος, έχει γράψει τα βιβλία: Ciberpunk e mutazione (1993), Cibernauti (1995), La nefasta utopia di Potere operaio (1997), Felix (2001), “Telestreet - Macchina immaginativa non omologata” (2003)

2. Εδώ ο Bifo αναφέρεται στον όρο flexicurity, σύνθετη λέξη απ’ τα αγγλικά flexibility και security, όρο βγαλμένο απ’ τη συστημική ανάλυση της κοινωνιολογίας και πολιτικής οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μόνο. Ωστόσο στο κείμενο εννοεί τον όρο Κοινωνικό Μισθό που αποτέλεσε αίτημα του ιταλικού κινήματος και που διαφέρει απ’ τον άλλο, κυρίως στο ποιός ζητάει ευελιξία και ασφάλεια: το κεφάλαιο ή οι εργαζόμενοι.

3. Πληροφορίες για τον Franco Berardi Bifo καθώς και για το πείραμα Τelestreet στους διαδικτυακούς τόπους :
www.telestreet.it
theater.kein.org/berardi
www.mediaevo.com/stopmedia.htm
www.rekombinant.org
www.pixelache.ac/2005/helsinki/projects/franco-bifo-berardi-desc

PRECARITY νέες υποκειμενικότητες και παραδοσιακοί μύθοι


PRECARITY νέες υποκειμενικότητες και παραδοσιακοί μύθοι

δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριου του 2005 απο τον Μίμη στην αντιεξουσιαστική επιθεώρηση Black Out στο κοινωνικό εργοστάσιο

Το τελευταίο διάστημα ένα κομμάτι κόσμου που βρίσκεται στην κατάληψη φάμπρικα υφανέτ και κινείτε γύρω από την αντιεξουσιαστική επιθεώρηση μπλακ αουτ έχει επιλέξει όχι στην βάση ενός οργανωμένου σχεδίου αλλά από ένα πολιτικό ένστικτο πιο πολύ διαισθητικό, να αφιερώσει ένα σημαντικό κομμάτι της ενασχόλησής του στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στους μετασχηματισμούς στο πεδίο της εργασίας και την αναδιοργάνωση στην σφαίρα της κοινωνικής ζωής.

Συνθηματικά αυτή ενασχόληση συμπυκνώθηκε στην έννοια του πρεκαριάτου. Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια προσωπική ανάγνωση αυτής της ενασχόλησης, που διεξάγεται όμως μέσα σε συλλογικές διαδικασίες και συνεπώς διαμορφώνεται καθοριστικά από αυτές.

Το πρεκαριάτο

Το πρεκαριάτο δεν είναι το νέο επαναστατικό υποκείμενο. Δεν πρόκειται να υποκαταστήσει εκμοντερνισμένα την αγωνία ενός αριστερού, αριστερίστικου ή και αναρχικού χώρου να φτιάξει έναν νέο αχυράνθρωπο.

Δεν πρόκειται να φτιάξουμε αφαιρέσεις και να τις επενδύσουμε με προσδοκίες και νομοτέλειες που πολύ απλά δεν έχουν. Διερευνούμε φιγούρες και κοινωνικές σχέσεις που γίνονται ολοένα και πιο πλειοψηφικές.

Το πρεκαριατο αποτελεί μια μορφή κοινωνικής σχέσης με διττή προέλευση και διαδρομή. Από τη μία στέκεται η κινηματική ιστορία με την άρνηση της εργασίας, όχι μόνο ως καταναγκασμού ή μηχανισμού αλλοτρίωσης και εξουθένωσης, αλλά ως μια διερώτηση, ένα διάτων ερώτημα, ποιο το νόημα να δουλεύουμε, τι νόημα αντλούμε από το να παράγουμε υπηρεσίες πολλαπλασιαστές της αποξένωσης; Από την άλλη εκτείνονται οι διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού που εκτυλίσσονται τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Η έκρηξη του υποκειμένου και η Βαβέλ των ταυτοτήτων, προσκολλημένες στον μαγνητικό πεδίο της κατανάλωσης, μετατρέπουν σε εμπόρευμα και συναίνεση την ετερότητα. Επιπλέον εφαρμόζονται σταδιακά όλο και πιο ελαστικές προσωρινές σχέσεις στην εργασία. Η αίσθηση μιας καταμερισμένης καθημερινότητας στα διάφορα πεδία της ζωής στον καπιταλισμό γίνετε κομμάτια. Χάνεται η δυνατότητα να προβλεφθεί το μέλλον. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναπαράγουν τα σχέδια των προηγούμενων γενιών. Δε χωρούν στο παραδοσιακό μοτίβο ζωής.

Ή έκρηξη της κατανάλωσης, η διείσδυση του εμπορεύματος από τον έρωτα μέχρι τη διασκέδαση και τη μεταφυσική δεν συνηγορεί μόνο στη ανάγκη του κεφαλαίου να βγάλει υπεραξία από αυτές τις πτυχές της κοινωνικής ζωής. Ακόμη περισσότερο, δεν σημαίνει μόνο την αναγκαιότητα να μετατοπιστεί η παραγωγή σε υπηρεσίες επειδή ο βιομηχανική παραγωγή αυτοματοποιείτε ή μεταναστεύει όπως με μερικό τρόπο ερμηνεύει ο νέγκρι και λοιποί εργατιστές διανοούμενοι. Κυρίως αποτελεί την μόνη διέξοδο ,ώστε η κυριαρχία να συνεχίσει να διατηρείται στον αφρό.

Οι κοινωνικοί αγώνες που μπορεί να ξεκινούσαν από την εργασία, το φύλο, τα δικαιώματα γέννησαν σταδιακά ένα γαλαξία πειραματισμών στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων. Η δεκαετία του 70 με τα λεγόμενα κινήματα της αμφισβήτησης συμπύκνωσε και συγκέντρωσε, έστω και θολά, μια κριτική όλων των θεσμών της κοινωνίας. Από το ρόλο της γυναίκας, την οικογένεια, τη θρησκεία, το έρωτα, το νόημα της εργασίας.

Η κριτική αυτή φάνταζε απειλητική και για τους δύο πόλους της αντιπαράθεσης, τον μαρξισμό (παραδοσιακό ή αυτόνομο) και τον καπιταλισμό.
Ο καπιταλισμός επιτυχημ
ένα ομολογουμένως αφομοίωσε αυτή την υπερσυσσώρευση ριζικής κριτικής προσφέροντας την δυνατότητα στα υποκείμενα να αγγίξουν αυτές τις αναζητήσεις διαμέσου του εμπορεύματος. Άρχισε να δημιουργεί επικερδείς βιομηχανίες σε όλα τα πεδία της καθημερινότητας. Το εμπόρευμα αποτέλεσε έναν γρήγορο και άκοπο μηχανισμό να συσκευάζονται οι ανατρεπτικές επιθυμίες.

Το αντίπαλο δέος, ο λενιστικός και αυτόνομος εργατισμός από την άλλη, δεν λειτούργησε πολύ διαφορετικά αν και αναμφισβήτητα με μικρότερη απήχηση και επιτυχία. Αποπειράθηκε την κριτική να την εντάξει στην δικιά του κοσμοθεώρηση, την δικτατορία των αναγκών. Η προσπάθεια να ερμηνευθούν όλα τα πεδία του προβληματισμού που μπήκαν εκείνη την εποχή με βάση την υπεραξία που αντλούν τα αφεντικά, δεν ήταν διόλου τυχαία. Η αμφισβήτηση του ρόλου της γυναίκας ως του κοινωνικού μασέρ του κουρασμένου ταξικού αγωνιστή απαντήθηκε, από αυτή την τάση με την εξωφρενική λογική του μισθού για την νοικοκυρά.

Δηλαδή παραβλέπουμε την εξουσιαστική σχέση, τους ρόλους και τους καταναγκασμούς στο εσωτερικό της σύγκρουσης άνδρα γυναίκα βαφτίζοντας την ταξικό υποκείμενο που της κόβουμε και μισθό από πάνω προς όφελος τελικά της σύγκρουσης εργασίας κεφαλαίου. Η ανατροφή του παιδιού, ακολούθως εντάχθηκε εξ ολοκλήρου στην παραγωγή αξίας στον καπιταλισμό. Αναμφισβήτητα, οι δουλειές στο νοικοκυριό κρατούν σε λειτουργία την καπιταλιστική μηχανή σε επίπεδο παραγωγής υπεραξίας. Αυτό το κάνει εν γένει η δραστηριότητα στα πανεπιστήμια, ο πατριωτικός εθελοντισμός κτλ. Το θέμα βρίσκεται στην κεντρικότητα που καταλαμβάνει η παραγωγή αξίας σε αυτές τις σχέσεις. Για παράδειγμα πολύ πριν την αστικοποίηση και την βιομηχανική επανάσταση, οι γυναίκες φρόντιζαν τα παιδιά τους, μαγείρευαν και αν τους περίσσευε χρόνος δούλευαν και στα χωράφια.

Χωρίς να υπάρχει καπιταλισμός. Στην ελλάδα αυτή η κοινωνική συνθήκη ήταν παρούσα μέχρι τα τέλει του 50. Είναι μια τεράστια αφαίρεση και αυθαιρεσία να ανάγουμε όλες αυτές τις σχέσεις σε ένα ζήτημα μισθού ή αξίας για τον καπιταλισμό. Ήταν και παραμένουν ρόλοι παγιωμένοι, οι οποίοι περιλαμβάνουν έναν ωκεανό καταναγκασμών που ένα μόνο κομμάτι τους είναι η απλήρωτη μορφή εργασίας που έχουν. Άλλωστε, απώτερος στόχος είναι για παράδειγμα η συλλογική ανατροφή των παιδιών, η συλλογικοποίηση της ζωής ευρύτερα. Αυτή είναι η έξοδος για εμάς από τον καπιταλισμό και όχι ο μισθός της νοικοκυράς. Εν ολίγοις αποσκοπούμε να αντιστρέψουμε το κοινωνικό παράδειγμα και όχι να το ωθήσουμε σε μια κρίση (σύγκρουση εργασίας κεφαλαίου) που ως γνωστόν θα φορτίσει με ζωτικότητα τις μπαταρίες τους συστήματος ανοίγοντας νέα πεδία εμπορευματοποίησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστοι1 οι αγώνες που έγιναν για κοινωνικό μισθό στις νοικοκυρές, όμως, είναι υπεραπλούστευση να γενικεύεται το μερικό αυτό ζήτημα σε συνολικό. Μας φαίνεται ότι με αυτόν τον τρόπο, ο καπιταλισμός νοούμενος ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα κυριαρχίας υποβιβάζεται σε ένα μηχανισμό παραγωγής υπεραξίας για το κεφάλαιο. Νομίζουμε ότι είναι κάτι πολύ παραπάνω και η πραγματικότητα έχουμε την αίσθηση ότι μας επιβεβαιώνει. Το περίεργο στην όληυπόθεση είναι ότι τα ερμηνευτικά αυτά σχήματα παρά την πασιφανή ρηχότητα τους εξακολουθούν να επιβιώνουν. Η μάλλον για να το διατυπώσουμε καλύτερα η ρηχότητα τους ίσως είναι και ο λόγος που επιβιώνουν σε εποχές που το συλλογικό και τα οράματα ατροφούν.

Η κωδικοποίηση του πρεκαριατου

ως μια στρατηγική του κινήματος πηγάζει από έναν σύμπαν ερμηνειών, αναλύσεων και συμπεριφορών που εμφανίστηκαν από το τέλος των κινημάτων της αμφισβήτησης και μετά. Ένα κεντρικό σημείο είναι οι μετασχηματισμοί στην εργασία, που περιληπτικά συνοψίζονται σε αυτό που ονομάστηκε μεταφορντισμός, όπως και αν ορίζεται αυτός. Τους μετασχηματισμούς αυτούς στο ερώτημα τι συμπυκνώνουν και πως περιγράφονται, εν συντομία θα λέγαμε ότι γεννήθηκαν μαζικά παραγωγικά υποκείμενα των οποίων οι παραγωγικές ικανότητες είναι τόσο ριζωμένες στις ανθρώπινες δεξιότητες (γλώσσα, κοινωνικότητα, επικοινωνία και νόηση), έτσι, ώστε δεν επιτρέπετε πλέον ο διαχωρισμός μεταξύ εργασιακής διαδικασίας και καθαρής κοινωνικής ύπαρξης. Έτσι σχηματίζετε ένα όλο, που υπάγει το σύνολο της ύπαρξης στην ετερονομία. Ένα όλο που δεν αποτελεί απλώς συνάθροιση των επιμέρους παραγόντων, αλλά δημιουργεί μια νέα ποιότητα, τις νέες φιγούρες.

Με βάση τα παραπάνω, ερμηνείες που τοποθέτησαν την επέκταση των εμπορευματικών σχέσεων σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής, ως μια μορφή εργασίας με την φιγούρά του κοινωνικού εργάτη να αντικαθιστά αυτή του εργάτη μάζα2 (θεωρία του κοινωνικού εργοστασίου), δεν μπόρεσαν να διεισδύσουν στην ρίζα των μετασχηματισμών. Προσπάθησαν να απλουστεύσουν το άλμα της κυριαρχίας σε κάθε σημείο της ζωής, υποβάλλοντας έναν ηγεμονικό ρόλο στο κομμάτι της εργασίας. Σε ένα μπαρ για παράδειγμα, βάζει ως κεντρική την εργασιακή θέση όσων δουλεύουν και υποβαθμίζει τους καταναλωτές σε απλούς αναπαραγωγούς. Αντιθέτως, μας φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσουμε σε τέτοιες αναγωγές και ιεραρχήσεις από τη στιγμή που σε χώρους που κατ’ εξοχήν παράγουν σημασίες επικοινωνίας, κοινωνικότητας, με όρους εμπορεύματος, ακόμη και ο εργαζόμενος υιοθετεί στυλ και ταυτότητες που επηρεάζονται περισσότερο από τον κοινωνικό χαρακτήρα3 του χώρου παρά από την σύγκρουση αφεντικού εργάτη. Παρ’ όλο ότι εργάζεται νιώθει ότι ανήκει σε μια κοινότητα. Μπορεί να εκτιμήσει κανείς ότι το κεφάλαιο με την μορφή του εμπορεύματος αποτελεί μόνο το όχημα της ευρύτερης άλωσης του κοινωνικού από την ετερονομία. Απαντήσαμε παραπάνω γιατί συνέβη αυτό και ποιο ήταν το διακύβευμα.

Αρνούμενοι σε ένα βαθύτερο σημείο ανάλυσης τον εργατισμό πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτοί οι μετασχηματισμοί στην εργασία ήταν κομμάτι μιας αλυσιδωτής έκρηξης που προκλήθηκε από κοινωνικότητες που φαινόταν ότι δεν χωρούσαν σε ρόλους και κοινωνικές δομές του παρελθόντος(παραδοσιακή οικογένεια,αγροτικη ζωή, πουριτανισμός, ηθική της εργασίας κτλ). Η βιομηχανία της διασκέδασης που αναπτύχθηκε, συγκεντρώνει πολλά από τα χαρακτηριστικά της συνεργατικής ανθρώπινης δραστηριότητας που υπήρχαν εκτός αγοράς για αρκετό καιρό και από ένα σημείο και έπειτα εγκολπώθηκαν στο καπιταλιστικό μοντέλο σε μια προσπάθεια ώστε το σύστημα να τους χωρέσει όλους.

Ο απώτερος στόχος ήταν να ομογενοποιήσει τις υπερβάσεις όχι λειαίνοντάς τες μόνο με τη βία, αλλά κυρίως απλώνοντας τα όρια του πέρα από τις κορυφογραμμές των αρνήσεων. Για να το συμμαζέψουμε λίγο το πράγμα, όταν αναφερόμαστε σε γνωσιακούς εργάτες δεν εννοούμε μόνο όσους εργάζονται ως προγραμματιστές για παράδειγμα, αλλά κυρίως το γενικότερο σύνολο των μορφών εργασίας που εμπεριέχουν αναπόδραστες ανθρώπινες κοινωνικές δεξιότητες, και χωρίς αυτές δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Οι εργαζόμενοι, σε άυλες μορφές παραγωγής κατά κύριο λόγο, παράγουν υποκειμενικότητα, ένα τρόπο και ένα περιβάλλον για να δομούνται οι κοινωνικές σχέσεις στα πεδίο της κοινωνικότητας, της επικοινωνίας, της πολιτισμικής σφαίρας. Δημιουργούν το πολιτισμικό περιεχόμενο του προϊόντος. Το πλαίσιο της κοινωνικής σχέσης που θα εκτυλιχθεί η ικανοποίηση μιας κοινωνικής ανάγκης. Δευτερευόντος είναι παραγωγοί κεφαλαίου. Αυτό συμβαίνει γιατί ηεμπορευματοποίηση μη υλικών κοινωνικών αναγκών έβαλε δυναμικά στο παιχνίδι παράγοντες όπως η επικοινωνία, που μεσολαβούν ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση. Από το μπαρ έως τις εταιρίες ανακύκλωσης, το ζητούμενο για την κυριαρχία είναι πως θα μεταφραστεί όλο αυτό το πλεόνασμα επικοινωνίας, γνώσης, συνεργασίας, με όρους παραγωγικότητας. Ένα μύθο που πρέπει να αναμφίβολα να καταστρέψουμε, και μια λογική (της παραγωγικότητας) που πρέπει να αποδομήσουμε.


Το λεπτό σημείο

Στην προτελευταία πρόταση λέμε με οικονομικούς όρους ότι αυτή είναι η επιδίωξη του κεφαλαίου. Ε , το να λέει κάποιος ή κάποια ή ακόμη χειρότερα πολιτικοί χώροι ότι τα πάντα πια έχουν γίνει εργασία, άθελά τους ελπίζουμε, ταυτίζεται με την κίνηση της κυριαρχίας να τα εντάξει όλα στο σχήμα της εργασίας. Να μετριούνται τα πάντα με όρους παραγωγικότητας. Το σχήμα αυτό στοχεύει να αποικίσει κάθε πτυχή της ζωής μας Αναπολεί, όχι άδικα, τις εποχές που τα πράγματα ήταν απλά ή έστω έτσι νόμιζε ότι ήταν. Τότε που η ηγεμονία του λενισμού είχε διαμορφώσει ένα κλίμα αυτάρκειας για τους αγωνιζόμενους εργάτες. Την ψυχεδελική εξίσωση εργατικού αγώνα και επαναστατικής διαδικασίας. Σήμερα ο εργατισμός επανέρχεται μασκαρεμένος σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή του λέγοντας ότι όλα πια έχουν γίνει εργασία. Διευρύνοντας τα όρια της τάξης για να τους χωρέσει όλους, να τους ομογενοποιήσει. Σας θυμίζει κάτι από την προηγούμενη παράγραφο; Ενώ όμως οι όροι έχουν αλλάξει η σύγκρουση κεφαλαίου εργασίας εξακολουθεί να είναι το κεντρικό πολιτικό επιχείρημα. Εκεί που διατηρεί αλώβητους τους όρους του λενιστικού παρελθόντος είναι στην αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία αντιαμερικάνική ή αντι –αντιαμερικάνικη.

..

.Το να αναδεικνύεται η εργασία, ακόμη και αν είναι βασική ασχολία του ανθρώπου, στην καθοριστική έννοια της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι μια μορφή προτεσταντικού ασκητισμού, που εξυπηρετεί βασικά την προπαγάνδιση του συστήματος. Ο κόσμος δεν είναι ένα απέραντο εργοτάξιο.Η σημαντική διάσταση του υλισμού είναι η ανθρώπινη απόλαυση και ευτυχία και μόνο σε σχέση με αυτά μπορεί να θεωρείτε εργασία. Το σύστημα για να εξισορροπήσει την καταπιεσμένη προσωπική ευτυχία, δημιουργησε μια μαζική κατανάλωση, σαν υποκατάστατο ψυχαγωγίας, που προλαβαίνει να εκτονώνει τη γενική δυσαρέσκεια...
(Εμεις Αυτό και οι Αλλοι, Γιωργος Μεταξάς, Μαυρη Λίστα, 2001)

ξανα πρεκαριάτο

Οι κινήσεις των πρεκάριων πού άρχισαν πριν από κάποια χρόνια στην ιταλία έβαλαν στο κέντρο της αντιπαράθεσης την έννοια της προσωρινότητας σε όλα τα πεδία της ζωής. Από την εργασία μέχρι τις φιλικές σχέσεις. Η καταγωγή αυτών των απόψεων έχει την αφετηρία της στην πληθυντική υπαρξιακή ποικιλότητα που γονιμοποιήθηκε στα κοινωνικά κέντρα. Ταυτότητες που επιτίθενται λυσσαλέα στον καθωσπρεπισμό της ζωής στην παραδοσιακή αγωνιστική οικογένεια. Συνεχιστές της διάχυτης αυτονομίας των ινδιάνων των μητροπόλεων. Μπερδεύουν τις ταυτότητες στο φύλο και τη σεξουαλικότητα, διευρύνουν τα επικοινωνιακά δίκτυα, αναζητούν μουσικές που μπορούν να συντονιστούν με το ρυθμό της πόλης. Το βασικότερο δεν επενδύουν χρόνο και προσδοκίες στην εργασία αυτή καθ’ αυτή. Νέες κοινωνικότητες ανεξίτηλα χαράζουν τις πλειοψηφικές αυτές φιγούρες. Πλειοψηφικές όχι γιατί είναι περισσότεροι, αλλά γιατί φέρνουν νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά για το πώς έχει σημασία να ζούμε. Τι έχει αξία στον μεταμοντέρνο φασισμό που ζούμε.

Η προσωρινότητα όπως μπαίνει κεντρικά είναι πολύπλοκη. Από τη μια το σύστημα προσπαθεί να διευρύνει την προσωρινότητα στην εργασία και την ευκαιριακότητα στο κοινωνικό πεδίο της ύπαρξης αυξάνοντας την παραίτηση, καταδικάζοντας μας να ζούμε σε ένα διαρκές παρόν. Υπό αυτή την έννοια εντείνει σε ένταση την επίθεσή του. Στον αντίποδα οι νέες γενιές αρνούνται τις σημασίες που για χρόνια επένδυαν την εργασιακή ηθική. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που οι πρεκάριοι δεν επιλέγουν ως κύριο πεδίο αντιπαράθεσης το χώρο εργασίας4. Εμφανίζονται ως ένα πολύχρωμο ποτάμι στις αρτηρίες των πόλεων για να διαδηλώσουν την επιθυμία να επιτεθούν συνολικά στην κενή νοήματος καπιταλιστική προσταγή. Ο τρόπος, σε στυλ parade χωρίς να γίνεται πασιφιστικός δηλώνει ρητά ότι δεν παραπέμπει στο αίτημα για παραπάνω ένσημα και μόνο αλλά σε μια αλλοπρόσαλλη ύπαρξη, που η σχιζοφρένεια των ρόλων που καθημερινά υποδύεται, διαλύει τον εαυτό για να τον επανασυγκροτήσει σε μια εγωιστική μηχανή. Η ανάμειξη του underground με την προσωρινότα συμβολίζει κάτι σημαντικό. Τη ρήξη με τις μαζικές κουλτούρες όχι ως στυλ, αλλά ως μια στάση ριζοσπαστική, αγωνιστική. Τα υποκείμενα αυτά δεν ζητούν απλώς περισσότερη εργασιακή ασφάλεια για να συνεχίσουν τους κύκλους δουλειά, τηλεόραση σουπερμαρκετ. Ούτε αυτοεξαπατούνται με την υπόσχεση κάτσε να τα πάρουμε αυτά και μετά θα ασχοληθούμε και με τα υπόλοιπα. Το στοίχημα που βάζουν οι αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες είναι να συνθέσουν ένα κοινωνικό πρόταγμα, μια ολότητα, που να εμπερικλείει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά άρνησης της εργασίας με τις νέες μορφές επικοινωνίας, γνώσης και δημιουργίας νοημάτων ζωής. Η αβεβαιότητα σοβαρά να λογισθεί ως μια διαρκή κίνηση προς την ουτοπία και να μην επιδιωχθεί ένας ακόμη συμβιβασμός (τουλάχιστον όχι μόνο αυτό) με το μεταφορντιστικό παράδειγμα. Να φτιάξουν δίκτυα που να οικειοποιούνται το πλεόνασμα κοινωνικών δεξιοτήτων που ο καπιταλισμός μετατρέπει σε εμπόρευμα παραγόμενο με όρους προσωρινότητας. Να προχωρήσουν στην γενικευμένη αυτοαξιοποίηση των δυνατοτήτων που βουλιάζουν και χάνονται σε μια αθλιότητα συνηθειών που τελικά παράγουν οδύνη και μοναξιά.

  1. Ταυτόχρονα εδώ θέλουμε να προσθέσουμε επισημάσεις συντρόφων, ότι στο ανδροκρατούμενο κόσμο της εργατικής αντίστασης αποτελούσε μια ρήξη η σύνδεση με το εργατικό κίνημα υπό την έννοια ότι οι γυναίκες αποκτούσαν λόγο για να στραφούν σε ορισμένες περιπτώσεις εναντίον του αγωνιστικού μισογυνισμού.
  2. Εδώ να σημειώσουμε ότι ακόμη και οι πρωτοπώροι της προσέγγισης του κοινωνικού εργοστασίου όπως ό νέγκρι έχουν αναγκαστει να αναδιπλωθούν μιλωντας για βιοπολιτική, γενική νόηση, βιοεξουσία κτλ
  3. Ο κοινωνικός χαρακτήρας σε ένα πρώτο χρόνο κάποιες φορές μπορεί σε περιλαμβάνει μια μορφή ψυχολογικής βίας που να επιβάλει μια κοινωνικότητα που με την επανάληψη και την συνήθεια ενσωματώνεται ως αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού.
  4. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν οργανώνονται στο χώρο εργασίας ή ότι υποτιμάτε μια τέτοια οπτική, αλλά ότι επιλέγουν ως κεντρικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης τους χώρους που η βιοεξουσία ανθεί.

Πέμπτη, 4 Ιανουάριος 2007

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΗΜΕΡΑ;

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΗΜΕΡΑ;

Υποκειμενοποίηση, Κοινωνική Σύνθεση, Άρνηση της Εργασίας

του Franco Berardi Bifo 2003

Δεν προτίθεμαι να κάνω ιστορική αναδρομή του κινήματος που ονομάζεται αυτονομία, αλλά θα προσπαθήσω να κατανοήσω την ιδιομορφία του μέσω μιας συνοπτικής προσέγγισης εννοιών όπως «άρνηση της εργασίας» και «ταξική σύνθεση».

Οι δημοσιογράφοι συχνά χρησιμοποιούν τον όρο “operaismo” -εργατισμός- για να ορίσουν το πολιτικό και φιλοσοφικό κίνημα που εμφανίστηκε στην Ιταλία τη δεκαετία του ’60. Απεχθάνομαι αυτό τον όρο, γιατί περιορίζει τη πολυπλοκότητα της κοινωνικής πραγματικότητας στο δεδομένο της κεντρικότητας των βιομηχανικών εργατών – εργατριών μέσα στη κοινωνική δυναμική της ύστερης νεωτερικότητας.

Η προέλευση αυτού του φιλοσοφικοπολιτικού κινήματος εντοπίζεται στα έργα των Mario Tronti, Romano Alquati, Raniero Panzieri, Toni Negri, και το κυρίαρχο θέμα του βρίσκεται στην απελευθέρωση από την Χεγκελιανή έννοια του υποκειμένου.
Στη θέση του ιστορικού υποκειμένου, όπως αυτό κληρονομήθηκε από τη Χεγκελιανή κληρονομιά, μιλάμε πια για τη διαδικασία υποκειμενοποίησης. Η υποκειμενοποίηση παίρνει την εννοιολογική θέση του υποκειμένου. Αυτή η εννοιολογική αλλαγή είναι πολύ κοντά στο σύγχρονο μετασχηματισμό του πεδίου της φιλοσοφίας, όπως αυτός προωθήθηκε από τον Γαλλικό μετα-δομισμό. Υποκειμενοποίηση αντί για υποκείμενο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επικεντρωθούμε όχι στη ταυτότητα, αλλά στη διαδικασία του γίγνεσθαι. Αυτό σημαίνει επίσης ότι η έννοια της κοινωνικής τάξης δεν πρέπει να οράται ως μία οντολογική έννοια, αλλά μάλλον ως μία διανυσματική έννοια.

Στο πλαίσιο της αυτόνομης σκέψης η έννοια της κοινωνικής τάξης επανακαθορίζεται ως μία επένδυση-της κοινωνικής επιθυμίας, εννοώντας τη κουλτούρα, τη σεξουαλικότητα, την άρνηση εργασίας.

Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, οι στοχαστές που έγραφαν σε περιοδικά όπως το “Classe operaia” (Εργατική Τάξη) και “Potere operaio” (Εργατική Εξουσία) δεν μιλούσαν για κοινωνικές επενδύσεις της επιθυμίας: μιλούσαν με ένα πιο Λενινιστικό τρόπο. Αλλά η φιλοσοφική τους σκέψη παρήγαγε μία σημαντική αλλαγή στο φιλοσοφικό σκηνικό, από την κεντρικότητα της εργατικής ταυτότητας στην αποκέντρωση της διαδικασίας υποκειμενοποίησης.

Ο Φελιξ Γκουαταρί, που συνάντησε τον εργατισμό μετά το ’77 και συναντήθηκε με τους αυτόνομους στοχαστές μετά το ’77, έδινε πάντα έμφαση στο ότι δεν πρέπει να μιλάμε για υποκείμενο αλλά για «διαδικασία υποκειμενοποίησης». Με αυτή τη προσέγγιση μπορούμε να καταλάβουμε την έννοια της «άρνησης της εργασίας».

Άρνηση της εργασίας δε σημαίνει τόσο το αυτονόητο γεγονός ότι οι εργάτες – εργάτριες δεν αρέσκονται στην εκμετάλλευση, αλλά κάτι περισσότερο. Σημαίνει ότι η καπιταλιστική αναδιάρθρωση, η τεχνολογική αλλαγή και ο γενικότερος μετασχηματισμός των κοινωνικών θεσμών δημιουργούνται ως προϊόν της καθημερινής δράσης της αποχής από την εκμετάλλευση, της απόρριψης της υποχρέωσης παραγωγής υπεραξίας και αύξησης της αξίας του κεφαλαίου – ταυτόχρονα μείωσης της αξίας της ζωής.

Δεν συμπαθώ τον όρο «εργατισμός» εξαιτίας αυτής της ασφυκτικά περιοριστικής κοινωνικής αναφοράς (operai στα ιταλικά σημαίνει εργάτες), και θα προτιμούσα τον όρο «συνθετισμός»;“compositionism” (composition= σύνθεση, σύσταση). Η έννοια της κοινωνικής σύνθεσης ή της «ταξικής σύνθεσης» (που χρησιμοποιήθηκε ευρέως από την ομάδα των εν λόγω στοχαστών) προσεγγίζει περισσότερο τη χημεία παρά την ιστορία της κοινωνίας.

Μ’ αρέσει η ιδέα ότι το περιβάλλον όπου λαμβάνει χώρα το κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι η συμπαγής και βραχώδης ιστορική περιοχή της Χεγκελιανής παράδοσης, αλλά ένα χημικό περιβάλλον όπου η κουλτούρα, η σεξουαλικότητα, η αρρώστια και η επιθυμία πολεμούν αναμεταξύ τους, συναντιούνται και ανακατεύονται αλλάζοντας συνεχώς το περιβάλλον. Αν χρησιμοποιήσουμε την έννοια της σύνθεσης, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα το τι συνέβη στην Ιταλία τη δεκαετία του ’70, αλλά και την ίδια την έννοια της αυτονομίας: όχι η δημιουργία ενός υποκειμένου, όχι η ταύτιση των ανθρώπων με συγκεκριμένο κοινωνικό πεπρωμένο, αλλά η συνεχής αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων, της δημιουργίας και αποδόμησης σεξουαλικών ταυτοτήτων και της άρνησης της εργασίας.

Με αυτή την έννοια αυτονομία σημαίνει ότι η κοινωνική ζωή δεν εξαρτάται μόνο από την πειθαρχική ρύθμιση από τη πλευρά της οικονομικής εξουσίας, αλλά και από τις εσωτερικές ανακατατάξεις, αλλαγές και αποδομήσεις της διαδικασίας της αυτο- σύνθεσης της ζωντανής κοινωνίας. Ο αγώνας, η αποχή, η αλλοτρίωση, το σαμποτάζ, και πολλοί άλλοι δρόμοι διαφυγής από το καπιταλιστικό σύστημα κυριαρχίας.

Αυτονομία είναι η ανεξαρτησία του κοινωνικού χρόνου από τη χρονικότητα του καπιταλισμού. Αυτή είναι και η έννοια της άρνησης της εργασίας. Άρνηση της εργασίας πολύ απλά σημαίνει: Δεν θέλω να πάω στη δουλειά γιατί προτιμώ να κοιμηθώ. Αυτή η τεμπελιά είναι η πηγή της ευφυίας, της τεχνολογίας, της προόδου. Αυτονομία είναι η αυτο-ρύθμιση του κοινωνικού κορμού μέσα στην ανεξαρτησία και την αλληλεπίδρασή του με τη πειθαρχική νόρμα.

Αυτονομία και Απορρύθμιση

Αυτή είναι μία άλλη πλευρά της αυτονομίας, που ελάχιστα έχει αναγνωριστεί ως τώρα. Η διαδικασία της αυτονόμησης των εργατών – εργατριών από τον πειθαρχικό τους ρόλο έχει προκαλέσει ένα κοινωνικό σεισμό που με τη σειρά του πυροδότησε την καπιταλιστική απορρύθμιση. Η απορρύθμιση που εισήχθη στο παγκόσμιο σκηνικό με τη περίοδο Θάτσερ – Ρήγκαν, μπορεί να ιδωθεί ως η καπιταλιστική απάντηση στην αυτονόμηση από την πειθαρχική τάξη της εργασίας. Οι εργάτες και οι εργάτριες απαίτησαν ελευθερία από τους κανόνες του κεφαλαίου, και το κεφάλαιο με τη σειρά του έκανε το ίδιο, με αντίστροφο τρόπο. Η ελευθερία από την κρατική ρύθμιση έγινε οικονομικός δεσποτισμός πάνω στο κοινωνικό ιστό. Οι εργάτες ζήτησαν ελευθερία από την ισόβια φυλακή του βιομηχανικού εργοστασίου. Η απορρύθμιση απάντησε με την ελαστικοποίηση και τον κατακερματισμό της εργασίας.

Το κίνημα της αυτονομίας της δεκαετίας του ’70 πυροδότησε μία επικίνδυνη διαδικασία, μία διαδικασία που εξελίχθηκε από την κοινωνική άρνηση του καπιταλιστικού πειθαρχικού ελέγχου στην καπιταλιστική εκδίκηση, με τη μορφή της απορρύθμισης, της ελευθερίας της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας από το κράτος, της καταστροφής της κοινωνικής πρόνοιας, της μείωσης και της εξωτερίκευσης της παραγωγής, των περικοπών των κοινωνικών δαπανών, της απο – φορολόγησης, και τέλος της ελαστικοποίησης. Το κίνημα της αυτονόμησης στην ουσία πυροδότησε την αποσταθεροποίηση του κοινωνικού πλαισίου, ως αποτέλεσμα ενός αιώνα πίεσης από τη μεριά των συνδικάτων και του κρατικού παρεμβατισμού. Μήπως κάναμε ένα φοβερό λάθος; Θα ‘πρεπε να μετανιώνουμε για τις πράξεις του σαμποτάζ και της ανυπακοής, της αυτονομίας, της άρνησης της εργασίας που φαίνεται να έχουν προκαλέσει την καπιταλιστική απορρύθμιση;

Και βέβαια όχι.

Η κίνηση της αυτονομίας στη πραγματικότητα επιτάχυνε τη κίνηση του κεφαλαίου, αλλά η διαδικασία της απορρύθμισης ήταν αποτυπωμένη στην ερχόμενη καπιταλιστική μετα – βιομηχανική ανάπτυξη και αποτελούσε φυσική συνέπεια του τεχνολογικού μετασχηματισμού και της παγκοσμιοποίησης της παραγωγής.

Υπάρχει μία στενή σχέση μεταξύ της άρνησης της εργασίας, της πληροφοριοποίησης των εργοστασίων, των περικοπών, της εξαγωγής εργασιών και της ελαστικοποίησης της εργασίας. Αλλά αυτή η σχέση είναι πολύ πιο περίπλοκη από την σχέση αιτίου – αιτιατού. Η διαδικασία της απορρύθμισης ήταν αποτυπωμένη στην ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, επιτρέποντας τις καπιταλιστικές πολυεθνικές να απελευθερώσουν τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.

Μία παρόμοια διαδικασία έλαβε χώρα στο πεδίο των ΜΜΕ την ίδια περίοδο.

Φέρτε στο νου σας τους ελεύθερους ραδιοφωνικούς σταθμούς της δεκαετίας του ’70. Στην Ιταλία την εποχή εκείνη υπήρχε μονοπώλιο του κράτους και η ελεύθερη αναμετάδοση απαγορευόταν. Το ’75 – ’76 ένα σύνολο από μιντιακούς ακτιβιστές άρχισε να δημιουργεί μικρά ελεύθερα ραδιόφωνα όπως το ράδιο Alice στη Μπολόνια. Η παραδοσιακή αριστερά (το Ιταλικό ΚΚ κλπ) αποκήρυξε αυτούς τους ακτιβιστές, προειδοποιώντας τους ότι υπήρχε κίνδυνος να αποδυναμωθεί το δημόσιο σύστημα των ΜΜΕ και να ανοίξει η πόρτα σε ιδιωτικά ΜΜΕ.

Είχαν λοιπόν δίκιο αυτοί της παραδοσιακής κρατικιστικής αριστεράς; Δεν νομίζω, πιστεύω πως είχαν άδικο εκείνη την εποχή, γιατί το τέλος του κρατικού μονοπωλίου ήταν αναπόφευκτο, και η ελευθερία της έκφρασης είναι καλύτερη από τα συγκεντρωτικά ΜΜΕ. Η παραδοσιακή κρατικίστικη αριστερά ήταν μια συντηρητική δύναμη, καταδικασμένη να ηττηθεί στη προσπάθειά της να διατηρήσει ένα παλιό πλαίσιο που δεν μπορούσε να επιβιώσει στη νέα τεχνολογική και πολιτιστική κατάσταση της μετα – βιομηχανικής μετάβασης.

Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για το τέλος της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας και του λεγόμενου «υπαρκτού – σοσιαλισμού». Όλοι ξέρουν ότι οι Ρώσοι ζούσαν μάλλον καλύτερα είκοσι χρόνια πριν, και ότι ο υποτιθέμενος εκδημοκρατισμός της Ρωσικής κοινωνίας συμπυκνώνεται ως τώρα στη καταστροφή της κοινωνικής πρόνοιας και στην απελευθέρωση ενός κοινωνικού εφιάλτη επιθετικού ανταγωνισμού, βίας και οικονομικής διαφθοράς. Αλλά η πτώση του σοβιετικού καθεστώτος ήταν αναπόφευκτη, γιατί η τάξη αυτή εμπόδιζε το δυναμικό της κοινωνικής επένδυσης των επιθυμιών, και επειδή το ολοκληρωτικό καθεστώς ευνούχιζε την πολιτιστική καινοτομία. Η διάλυση των κομμουνιστικών καθεστώτων ήταν εγγεγραμμένη στη κοινωνική σύνθεση της συλλογικής νοημοσύνης, στο φαντασιακό που δημιουργήθηκε από τα νέα παγκόσμια ΜΜΕ και της συλλογικής επένδυσης της επιθυμίας. Γι’ αυτό η δημοκρατική διανόηση και οι πολιτιστικές δυνάμεις ανυπακοής πήραν μέρος στον αγώνα ενάντια στο σοσιαλιστικό καθεστώς, αν και γνώριζαν ότι ο καπιταλισμός δεν ήταν παράδεισος. Τώρα η απορρύθμιση μαίνεται στη πρώην σοβιετική κοινωνία, και οι άνθρωποι ζουν μια εκμετάλλευση, αθλιότητα και ταπείνωση χωρίς προηγούμενο. Αλλά αυτή η μετάβαση ήταν αναπόφευκτη και με έναν τρόπο πρέπει να ιδωθεί ως μία προοδευτική αλλαγή.

Απορρύθμιση δεν σημαίνει απλά την απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας από τον κρατικό παρεμβατισμό και τη μείωση των κοινωνικών δαπανών και της κοινωνικής πρόνοιας. Σημαίνει επίσης μία αυξανόμενη ελαστικοποίηση της εργασίας. Η πραγματικότητα της ελαστικής εργασίας είναι η άλλη πλευρά αυτής της απελευθέρωσης από την καπιταλιστική ρύθμιση. Δεν πρέπει να υποτιμούμε τη σχέση μεταξύ της άρνησης εργασίας και της ελαστικοποίησης που επακολούθησε.

Θυμάμαι πως μία από τις ισχυρές ιδέες του κινήματος της αυτονομίας τη δεκαετία του ’70 ήταν η ιδέα ότι «η επισφάλεια είναι καλό πράγμα». Η επισφαλής εργασία είναι μια μορφή αυτονομίας από τη σταθερή και μόνιμη εργασία, που κρατά μια ζωή. Τη δεκαετία του ’70 πολλοί άνθρωποι συνήθιζαν αν δουλεύουν για λίγους μήνες, μετά να ταξιδεύουν, και να ξαναγυρνούν για λίγο στη δουλειά. Αυτό ήταν δυνατό την εποχή της σχεδόν πλήρους απασχόλησης και μιας γενικότερης εξισωτικής κουλτούρας. Αυτή η κατάσταση επέτρεψε τους ανθρώπους να δουλεύουν για δικό τους συμφέρον και όχι για το συμφέρον του κεφαλαίου, αλλά προφανώς δεν μπορούσε να λειτουργήσει για πάντα. Έτσι η νεοφιλελεύθερη επίθεση της δεκαετίας του ’80 θα αντέστρεφε το συσχετισμό δυνάμεων

Η απορρύθμιση και η ελαστικοποίηση της εργασίας ήταν το αποτέλεσμα και η αντιστροφή της αυτονομίας των εργατών. Αυτό πρέπει να το γνωρίζουμε όχι μόνο για ιστορικούς λόγους. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τι πρέπει να γίνει σήμερα, στην εποχή της πλήρως ελαστικοποιημένης εργασίας, πρέπει να καταλάβουμε πως επετεύχθη η καπιταλιστική ιδιοποίηση της κοινωνικής επιθυμίας.

Η Άνοδος και η Πτώση της Συμμαχίας της Διανοητικής Εργασίας και του Ανασυνδυαστικού Κεφαλαίου

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, οι μηχανές έγιναν ηλεκτρονικές, ενώ οι σημαντικότεροι κύκλοι της παραγωγής απέκτησαν διανοητικό και άϋλο χαρακτήρα, και αυτό έπαιξε ζωτικό ρόλο στην ελαστικοποίηση της εργασίας.

Η εισαγωγή των νέων ηλεκτρονικών τεχνολογιών και η πληροφοριοποίηση του κύκλου παραγωγής, άνοιξε το δρόμο στη δημιουργία ενός παγκόσμιου δικτύου πληροφορικής παραγωγής , απο–εδαφικοποιημένου, απο-τοπικοποιημένου και απρόσωπου. Το υποκείμενο της εργασίας μπορεί όλο και περισσότερο να ταυτιστεί με το παγκόσμιο δίκτυο πληροφορικής παραγωγής .

Οι βιομηχανικοί εργάτες και εργάτριες αρνούνταν διαρκώς το ρόλο τους στο εργοστάσιο, απελευθερώνοντας τους εαυτούς τους από τη καπιταλιστική κυριαρχία. Η συνθήκη αυτή όμως οδήγησε τους καπιταλιστές να επενδύσουν σε τεχνολογίες που θα μείωναν τον απαιτούμενο αριθμό εργατικών χεριών και επίσης θα άλλαζαν τη τεχνική σύνθεση της παραγωγικής διαδικασίας, έτσι ώστε να διαλύσουν την ισχυρή οργάνωση των βιομηχανικών εργατών – εργατριών και να δημιουργήσουν μία πιο ελαστική οργάνωση της εργασίας

Η αποϋλοποίηση της εργασίας είναι η μία πλευρά της κοινωνικής αλλαγής των μορφών παραγωγής. Η πλανητική παγκοσμιοποίηση είναι η άλλη πλευρά. Η αποϋλοποίηση και η παγκοσμιοποίηση είναι αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοβοηθούμενες. Η παγκοσμιοποίηση έχει όντως την υλική πλευρά της, γιατί η βιομηχανική εργασία δεν εξαφανίζεται στη μετα – βιομηχανική εποχή αλλά μεταναστεύει προς τις γεωγραφικές ζώνες όπου υπάρχει ελλιπής ρύθμιση των συνθηκών εργασίας και χαμηλές αμοιβές.

Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Εργατική Τάξη», το 1967, ο Μάριο Τρόντι έγραψε: «το πιο σημαντικό φαινόμενο των επόμενων δεκαετιών θα είναι η ανάπτυξη της εργατικής τάξης σε πλανητική κλίμακα». Αυτή η εκτίμηση δεν βασίστηκε σε μία ανάλυση της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής, αλλά στη κατανόηση του μετασχηματισμού της κοινωνικής σύνθεσης της εργασίας. Η παγκοσμιοποίηση και η πληροφοριοποίηση μπορούσαν να προβλεφθούν ως αποτέλεσμα της άρνησης της εργασίας στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα γίναμε μάρτυρες μίας συμμαχίας του ανασυνδυαστικού κεφαλαίου και της διανοητικής εργασίας. Ανασυνδυαστικοί είναι εκείνοι οι τομείς που δεν είναι στενά συνδεδεμένοι με μια συγκεκριμένη βιομηχανική εφαρμογή, αλλά που μεταφέρονται εύκολα από το ένα μέρος στο άλλο, από τη μία εφαρμογή στην άλλη, από τον ένα τομέα οικονομικής δραστηριότητας στον άλλο κ.ο.κ. Το κεφάλαιο που έχει το κεντρικό ρόλο στη πολιτική και τη κουλτούρα της δεκαετίας του ’90 είναι το ανασυνδυαστικό - χρηματοοικονομικό.

Η συμμαχία της διανοητικής εργασίας και του ανασυνδυαστικού κεφαλαίου είχε σημαντικές πολιτιστικές συνέπειες, και κυρίως την ιδεολογική ταύτιση της εργασίας και της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Οι εργαζόμενοι είδαν τους εαυτούς τους ως αυτό – απασχολούμενους, κάτι όχι τελείως ψεύτικο στην ψηφιακή εποχή, όπου ο διανοητικός εργάτης μπορούσε να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση, συνεισφέροντας μόνο τη πνευματική του δύναμη (μια ιδέα, ένα πρόγραμμα, μία φόρμουλα). Αυτή ήταν η περίοδος που ο Γκεερτ Λόβινκ όρισε ως dotcommania (στο εκπληκτικό βιβλίο του «Σκοτεινό Νήμα»). Τι ήταν η dotcommania; Εξαιτίας της μαζικής συμμετοχής στο κύκλο των οικονομικών επενδύσεων τη δεκαετία του ’90, προκλήθηκε μία τεράστια διαδικασία αυτό – οργάνωσης των διανοητικών παραγωγών. Οι διανοητικοί εργάτες επένδυσαν την εμπειρία, τη γνώση και τη δημιουργικότητά τους και βρήκαν στο χρηματιστήριο τα μέσα για να δημιουργήσουν επιχειρήσεις. Για αρκετά χρόνια, αυτή η επιχειρηματική μορφή έγινε το σημείο συνάντησης του ανασυνδυαστικού κεφαλαίου και της πολύ παραγωγικής διανοητικής εργασίας. Η φιλελεύθερη και η ελευθεριακή ιδεολογία που κυριαρχούσε στην (Αμερικάνικη) κυβερνοκουλτούρα τη δεκαετία του ’90 εξιδανίκευε το χρηματιστήριο παρουσιάζοντας το ως ένα αγνό περιβάλλον. Σ’ αυτό το περιβάλλον, τόσο φυσικό όσο και ο αγώνας για την επιβίωση του ισχυρότερου, που κάνει εφικτή την εξέλιξη, η εργασία θα εύρισκε τα απαραίτητα μέσα για να αυτοαξιοποιηθεί και να γίνει επιχείρηση. Αν αφεθεί ελεύθερη, η δυναμική του δικτυωτού οικονομικού συστήματος αναπόφευκτα θα επέφερε οικονομικά οφέλη σε όλους, ιδιοκτήτες και εργαζόμενους, και εξαιτίας της όλο και λιγότερο αντιληπτής διαφοροποίησης ιδιοκτητών και εργαζομένων στον ψηφιακό παραγωγικό κύκλο. Αυτό το μοντέλο, που έγινε θεωρία από το Κέβιν Κέλυ και μεταμορφώθηκε από το περιοδικό Wired σε μία ηλεκτρονική φιλελεύθερη, αλαζονική και θριαμβευτική κοσμοθεωρία, χρεοκόπησε με την αρχή της νέας χιλιετίας, μαζί με τη νέα οικονομία και ένα μεγάλο μέρος της στρατιάς των αυτοαπασχολούμενων διανοητικών επιχειρηματιών του ψηφιακού κόσμου. Και χρεοκόπησε γιατί το μοντέλο μιας απόλυτα ελεύθερης αγοράς είναι ένα πρακτικό και θεωρητικό ψέμα. Αυτό που ο νεοφιλελευθερισμός πρεσβεύει μακροπρόθεσμα δεν είναι η ελεύθερη αγορά αλλά τα μονοπώλια. Ενώ η αγορά εξιδανικευόταν ως ένας ελεύθερος χώρος όπου οι γνώσεις, η εξειδίκευση και η δημιουργικότητα συναντιούνται, η πραγματικότητα έδειξε ότι οι μεγάλες ομάδες εξουσίας λειτουργούν με τρόπο διόλου ελευθεριακό και εισάγουν τεχνολογικούς αυτοματισμούς, επιβάλλοντας την ισχύ τους με το χρήμα και τα ΜΜΕ, και εν τέλει ληστεύουν αναίσχυντα τη μάζα των μετόχων και των διανοητικό εργατών.

Κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90, διεξήχθη μια πραγματική πάλη των τάξεων στο εσωτερικό του κυκλώματος των υψηλών τεχνολογιών. Η εξέλιξη του Διαδικτύου χαρακτηρίστηκε από αυτόν τον ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα όμως είναι ακόμη ασαφές. Σίγουρα η ιδεολογία μίας ελεύθερης και φυσικής αγοράς αποδείχτηκε απατηλή. Η ιδέα ότι η αγορά είναι ένα καθαρό περιβάλλον ισότιμου αγώνα ιδεών, προγραμμάτων, ο παραγωγικός χαρακτήρας και η χρησιμότητα των υπηρεσιών, διαλύθηκαν από τη πικρή αλήθεια του πολέμου των μονοπωλίων ενάντια στο πλήθος των αυτοαπασχολούμενων διανοητικών εργατών και των σχεδόν αξιολύπητων μικροεμπόρων.

Ο αγώνας για επιβίωση δεν κερδίσθηκε από τον καλύτερο και τον πιο πετυχημένο, αλλά από αυτόν που τράβηξε το όπλο του – το όπλο της βίας, της ληστείας. Της συστηματικής κλοπής, της παραβίασης όλων των νομικών και ηθικών επιταγών. Η συμμαχία Μπους – Γκέιτς «εκκαθάρισε» την αγορά, και σ’ αυτό το σημείο τέλειωσε το στάδιο του εσωτερικού αγώνα της «εικονικής τάξης». Ένα κομμάτι της κατάφερε να εισέλθει στο τεχνο – στρατιωτικό σύμπλεγμα. Ένα άλλο (η πλειοψηφία) εξοστρακίστηκε από τις επιχειρήσεις και ωθήθηκε στη προλεταριοποίηση. Στο πολιτισμικό επίπεδο, αναδύονται οι συνθήκες για την ταξική συνειδητοποίηση της διανοητικής εργατικής τάξης, και αυτό είναι το σημαντικότερο φαινόμενο των ερχόμενων χρόνων, που θα μπορούσε να προσφέρει το κλειδί της λύσης μπροστά στη καταστροφή.

Οι δικτυακές εταιρίες ήταν το κοινωνικό εργαστήριο ενός παραγωγικού μοντέλου και μιας αγοράς. Στο τέλος η αγορά κατελήφθη και στραγγαλίστηκε από τις πολυεθνικές, και η στρατιά τον αυτοαπασχολούμενων και των τολμηρών μικροκαπιταλιστών καταληστεύθηκε και διαλύθηκε. Έτσι ξεκίνησε η νέα φάση: Οι ομάδες που κυριάρχησαν στο κύκλο της δικτυακής οικονομίας συμμαχούν με τη κυρίαρχη ομάδα της «παλιάς» οικονομίας (τη συμμορία του Μπους, με κυρίαρχες τη στρατιωτική και πετρελαϊκή βιομηχανία), και αυτή η φάση σηματοδοτεί ένα μπλοκάρισμα του σχεδίου της παγκοσμιοποίησης. Ο νεοφιλελευθερισμός παρήγαγε την ίδια του την άρνηση, και αυτοί που ήταν οι πιο ενθουσιώδεις θιασώτες έγιναν τα περιθωριοποιημένα θύματά του.

Με το κραχ της δικτυακής οικονομίας;, η διανοητική εργασία διαχωρίστηκε από το κεφάλαιο. Οι «ψηφιακοί βιοτέχνες», που είχαν την αίσθηση του αυτοαπασχολούμενου τη δεκαετία του ’90, καταλαβαίνουν σταδιακά ότι εξαπατήθηκαν και ληστεύτηκαν, και αυτό θα δημιουργήσει τις συνθήκες για μια νέα συνειδητοποίηση των διανοητικών εργατών – εργατριών. Θα διαπιστώσουν ότι ενώ είχαν όλη την παραγωγική δύναμη που χρειαζόταν, οι καρποί τους κλάπηκαν από μία μειοψηφία άσχετων κερδοσκόπων που το μόνο που ξέρουν είναι να χειρίζονται της νομική και οικονομική πλευρά της παραγωγικής διαδικασίας. Η μη παραγωγική μερίδα της «εικονικής τάξης», οι δικηγόροι και οι λογιστές, καρπώνονται την διανοητική υπεραξία των φυσικών επιστημόνων, των μηχανικών, των χημικών, των συγγραφέων, και των χειριστών των μέσων επικοινωνίας. Αλλά μπορούν να αποκοπούν από το νομικό και οικονομικό κάστρο του σημειοκαπιταλισμού και να κτίσουν μία άμεση σχέση με την κοινωνία, με τους χρήστες: τότε ίσως η διαδικασία της αυτόνομης αυτοοργάνωσης της διανοητικής εργασίας θα ξεκινήσει. Οι βάσεις έχουν ήδη μπει με τον μιντιακό ακτιβισμό και τη δημιουργία μεταναστευτικών δικτύων αλληλεγγύης.

Έπρεπε να περάσουμε το δικτυακό καθαρτήριο, μέσα από τη ψευδαίσθηση της ένωσης της εργασίας με τη καπιταλιστική επιχείρηση, και μετά μέσα από τη κόλαση της ύφεσης και του διαρκούς πολέμου, ώστε να δούμε το πρόβλημα ξεκάθαρα: από τη μία, ένα παρασιτικό σύστημα οικονομικής συσσώρευσης και ιδιωτικοποίησης της κοινής γνώσης, κληρονομιά της παλιάς βιομηχανικής οικονομίας. Από την άλλη, η παραγωγική εργασία όλο και περισσότερο αποτυπώνεται στις άϋλες λειτουργίες της κοινωνίας. Η διανοητική εργασία αρχίζει να βλέπει τον εαυτό της ως τάξη, και δημιουργεί θεσμούς γνώσης, δημιουργίας, φροντίδας, επινοητικότητας και μόρφωσης που είναι αυτόνομοι από το κεφάλαιο.

Κατακερματισμός, Απελπισία και Αυτοκτονία

Στη δικτυακή οικονομία, η ελαστικότητα έχει εξελιχθεί σε μία μορφή κατακερματισμού της εργασίας. Κατακερματισμός σημαίνει κομμάτιασμα της δραστηριότητας μέσα στο χρόνο. Ο εργάτης – η εργάτρια δεν υπάρχει πια ως άτομο. Είναι απλά ένας ανταλλάξιμος παραγωγός μικροσκοπικών θραυσμάτων μιας ανασυνδυαστικής σημειοδοσίας μέσα στον αέναο ρου του δικτύου. Το κεφάλαιο δεν πληρώνει πια για τη μακροχρόνια διαθεσιμότητα του εργαζόμενου προς εκμετάλλευση , δεν πληρώνει πια ένα μισθό που θα καλύπτει ολόκληρο το εύρος των οικονομικών αναγκών ενός εργαζόμενου. Ο εργάτης (μία μηχανή που κατέχει έναν εγκέφαλο και που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ένα κομμάτι χρόνου) πληρώνεται για τη συγκεκριμένη επίδοσή του. Ο χρόνος εργασίας γίνεται κατακερματισμένος και κυψελωτός. Κυψέλες χρόνου πωλούνται στο δίκτυο, και οι εταιρείες μπορούν να αγοράσουν τόσες όσες χρειάζονται. Το κυψελωτό (κινητό) τηλέφωνο είναι το εργαλείο που καθορίζει επακριβώς τη σχέση μεταξύ του κατακερματισμένου εργάτη – εργάτριας και του ανασυνδυαστικού κεφαλαίου.

Η χρηματιστηριακή εργασία είναι ένας ωκεανός μικροσκοπικών θραυσμάτων χρόνου, και κυψελοποίηση είναι η ικανότητα να ανασυνδυάζονται θραύσματα χρόνου μέσα στα πλαίσια ενός ημι – προϊόντος. Το κινητό τηλέφωνο είναι το εργαλείο που ορίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τη σχέση διανοητικής εργασίας και ανασυνδυαστικού κεφαλαίου

Αυτό είναι το αποτέλεσμα της ελαστικοποίησης και του θρυμματισμού της εργασίας: αυτό που παλαιότερα ήταν η αυτονομία και η πολιτική ισχύς της εργατικής δύναμης τώρα έγινε απόλυτη εξάρτηση της διανοητικής εργασίας από τη καπιταλιστική οργάνωση του παγκόσμιου δικτύου. Αυτό αποτελεί τον πυρήνα της δημιουργίας του σημειοκαπιταλισμού. Αυτό που κάποτε ήταν η άρνηση εργασίας έγινε τώρα εξάρτηση των συναισθημάτων και της σκέψης από τη ροή πληροφοριών. Και το αποτέλεσμα είναι μία νευρική κρίση που προσβάλλει τον παγκόσμιο νου και προκαλεί αυτό που λέμε ψηφιακό κραχ (dotcom crash).

To dotcom crash και η κρίση του μαζικού χρηματοοικονομικού καπιταλισμού μπορούν να ιδωθούν ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της οικονομικής επένδυσης της κοινωνικής επιθυμίας. Χρησιμοποιώ τον όρο κατάρρευση όχι με μεταφορικό τρόπο, αλλά ως μία ιατρική περιγραφή του τι συμβαίνει στον δυτικό νου. Χρησιμοποιώ τον όρο κατάρρευση ώστε να εκφράσω ένα παθολογικό κραχ του ψυχο – κοινωνικού οργανισμού. Κατά την περίοδο αμέσως μετά τις πρώτες ενδείξεις του οικονομικού κραχ, τους πρώτους μήνες του 21ου αι., γίναμε μάρτυρες ενός ψυχοπαθολογικού φαινομένου: της κατάρρευσης του παγκόσμιου νου. Βλέπω την παρούσα οικονομική ύφεση ως παρενέργεια μιας ψυχικής κατάθλιψης. Η έντονη και παρατεταμένη επένδυση της επιθυμίας και των πνευματικών και λιβιδινικών ενεργειών στην εργασία, έχει δημιουργήσει το ψυχολογικό υπόστρωμα για την κατάρρευση που τώρα επικρατεί στο πεδίο της οικονομικής κρίσης, στο πεδίο της στρατιωτικής επιθετικότητας και της αυτοκτονικής τάσης.

Η οικονομία της φροντίδας είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο στα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα. Οι εικονικοί εργάτες έχουν όλο και λιγότερο χρόνο για φροντίδα, εμπλέκονται σε μία αυξανόμενη ποσότητα διανοητικών εργασιών και δεν έχουν χρόνο να αφιερώσουν στην ίδια τους τη ζωή, στον έρωτα, τη τρυφερότητα και την αγάπη. Έτσι, παίρνουν Βιάγκρα γιατί δεν έχουν χρόνο για προκαταρκτικά.

Η κυψελοποίηση έχει κατά κάποιο τρόπο καταλάβει ολόκληρη τη ζωή. Το αποτέλεσμα είναι η ψυχοπαθολογικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Τα συμπτώματα είναι προφανή: εκατομμύρια κουτιά Πρόζακ πωλούνται κάθε μήνα, επιδημία διαταραχών λόγω έλλειψης φροντίδας στους νέους, η εξάπλωση ναρκωτικών όπως το Ριταλιν στους μαθητές, και μια συνεχώς εξαπλωνόμενη επιδημία πανικού…

Τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας φαίνεται να κυριαρχούνται από ένα κύμα ψυχοπαθούς συμπεριφοράς. Το αυτοκτονικό φαινόμενο εξαπλώνεται μακράν πέρα από τα σύνορα του Ισλαμικού φονταμενταλισμού. Από την 11η Σεπτέμβρη και μετά, η αυτοκτονία αποτελεί τη κυρίαρχη πολιτική πράξη στο παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό.

Η επιθετική αυτοκτονία δεν πρέπει να ιδωθεί ως ένα απλό φαινόμενο απελπισίας και επιθετικότητας, αλλά και ως μία διακήρυξη τέλους.

Το κύμα αυτοκτονιών φαίνεται να δηλώνει ότι ο χρόνος τελείωσε για το ανθρώπινο γένος, και η απελπισία έχει γίνει ο κυρίαρχος τρόπος σκέψης για το μέλλον.

Και τώρα τι; Δεν έχω απάντηση. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι αυτό που ήδη κάνουμε: η αυτοοργάνωση της διανοητικής εργασίας είναι ο μόνος τρόπος να υπερβούμε το ψυχοπαθητικό παρόν. Δεν νομίζω ότι ο κόσμος μπορεί να κυβερνηθεί από τη λογική. Η Ουτοπία του Διαφωτισμού έχει αποτύχει.

Η διαδικασία της δημιουργίας του δικτύου είναι τόσο περίπλοκη που δεν μπορεί να κυβερνηθεί από την ανθρώπινη λογική. Ο παγκόσμιος νους είναι πολύ περίπλοκος για να γίνει κατανοητός και να ελεγχθεί από τοπικούς αποκεντρωμένους εγκεφάλους. Δεν γνωρίζουμε, δεν μπορούμε να ελέγξουμε, ούτε να κυβερνήσουμε όλη την ισχύ του παγκόσμιου νου. Αλλά μπορούμε να ελέγξουμε τη διαδικασία της δημιουργίας ενός κόσμου κοινωνικότητας.

Αυτό είναι η αυτονομία σήμερα.

το παρών κείμενο βρίσκεται στο έντυπο ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑ εκδ. Τα Μάτια Του Πλήθους από την αντιεξουσιαστική επιθεώρηση BLACK OUT στο Κοινωνικό Εργοστάσιο

Τρίτη, 2 Ιανουάριος 2007

ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑ













εισαγωγή στην επισφάλεια

«Είμαστε η μετά-σοσιαλιστική και μετά-ψυχρoπολεμική γενιά. Η γενιά μετά το τέλος των κάθετων γραφειοκρατιών και η γενιά του πληροφοριακού ελέγχου. Είμαστε μια παγκόσμια και νεοευρωπαϊκή κίνηση, η οποία φέρει στο προσκήνιο την δημοκρατική επανάσταση που ξεκίνησε το 1968 και τη μάχη ενάντια στη νεοφιλελεύθερη δυστοπία που βρίσκεται στην αιχμή της σήμερα. Είμαστε οικο-ακτιβιστές και ακτιβιστές των media, είμαστε οι απελευθερωτές του διαδικτύου και οι ριζοσπάστες των μητροπολιτικών αστικών χώρων, είμαστε η αμφιφυλόφιλη μετάλλαξη του παγκόσμιου φεμινισμού, είμαστε οι hackers της φρικτής πραγματικότητας. Είμαστε οι αγκιτάτορες του πρεκαριάτου και οι αντάρτες της διανοητικής εργασίας. Είμαστε αναρχοσυνδικαλιστές και μετα-σοσιαλιστές. Είμαστε όλοι μετανάστες που ψάχνουν για μια καλύτερη ζωή. Και δεν αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας σ΄εσάς με την καταθλιπτική και τετράγωνη πολιτική σκέψη που ήδη νικηθήκατε τον 20ο αιώνα. Δεν αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας στην αριστερά της Ιταλίας.»

Manifesto Bio/Pop del Precariato Metroradicale


Συμβαίνει στην Ιταλία

Προσωρινή εργασία, ημιαπασχόληση, αβέβαιες συνθήκες εργασίας, ανασφάλεια, ελαστικότητα, επισφαλής ζωή στον καπιταλισμό, precariato, επισφαλής ασφάλεια, αβεβαιότητα, πληροφοριακή εργασία, κοινωνικά media, διανοητική εργασία, συλλογική εφυία, …

κάποιοι ψάχνουν απαντήσεις, κάποιοι οργανώνονται, συναντιούνται, αλληλοεμπνέονται (inspira), συνωμοτούν (conspira), δικτυώνονται, επινοούν εργαλεία επίθεσης, κατεβαίνουν στους δρόμους, παίρνουν τις πλατείες, μπλοκάρουν τα εμπορικά κέντρα, σαμποτάρουν τα τηλεφωνικά κέντρα και διεκδικούν το εισόδημα του πολίτη, την διασυνοριακή ελευθερία μετακίνησης, το δικαίωμα στη στέγαση, στα χρήματα, στην υγεία, στις μεταφορές, στην αγάπη.

Φτιάχνουν μυθοπλαστικές φιγούρες, τον Άγιο Πρεκάριο (San Precario), την Serpica Naro, τον Robin Book, την Super Flex, τον Operator X, την Wonder Queer και πολλές άλλες, δημιουργούν νέο κινηματικό λεξιλόγιο, καμπάνιες, μεταστροφές, το επιτραπέζιο παιχνίδι πρεκαριόπολη (μεταστροφή της μονόπωλης εισάγοντας τα εμπόδια της ζωής των περιστασιακών εργαζομένων), ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά σποτάκια, οργανώνουν την Ευροπρωτομαγιά, αναστατώνουν την πολιτική σκηνή…

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Λίγο πριν το θεαματικό αποκορύφωμα και την αρχή του τέλος του «κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης», λίγο πριν το θερμό καλοκαίρι του Geteborg και της Genoa, εμφανίζεται την πρωτομαγιά του 2001 στις εμπορικές αρτηρίες του Μιλάνου ένα πολύχρωμο χαρούμενο αλλά και οργισμένο πλήθος που προβαίνει σε αποκλεισμούς καταστημάτων, σε μαζικές απαλλοτριώσεις και συγκρούεται με την αστυνομία. Υπόγεια, μακριά από το μιντιακό θέαμα, τους θεσμούς και τα επίσημα συνδικάτα γεννιέται μια νέα μορφή αγώνα. Είναι οι αβέβαιοι, οι αόρατοι, οι προσωρινοί, οι εργάτες του τριτογενή τομέα, οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, οι νέοι των προαστίων, οι πάντως είδους επισφαλείς εργαζόμενοι, αυτοαποκαλούνται πρεκάριοι και ανίκητοι (imbattibili) και αυτοοργανώνουν την αντεπίθεση στην επισφάλεια της καπιταλιστικής ζωής.









Η αρχή έγινε από τους chainworkers, την μιλανέζικη αντιεξουσιαστική ομάδα στην οποία διασταύρωσαν τις διαδρομές τους ακτιβιστές, εργάτες των media, χάκερς και νέοι από τα κοινωνικά κέντρα οι οποίοι θέλησαν να ψηλαφίσουν τις νέες συνθήκες εργασιακής και υπαρξιακής ανασφάλειας και να αναζητήσουν τρόπους αγώνα. Συναντήθηκαν με αυτόνομες κινήσεις εργαζομένων, με ενώσεις μεταναστών, με κολεκτίβες σε χώρους εργασίας αλλά και με ριζοσπάστες ποδηλάτες, με φοιτητές, με άνεργους, με ομοφυλόφιλους. Το κοινό στοιχείο σε όλους, είναι από τη μια η περιστασιακότητα και προσωρινότητα της εργασίας συνοδευόμενη από μια γενικευμένη υπαρξιακή ανασφάλεια και από την άλλη η νευρικότητα της αντικουλτούρας των κοινωνικών κέντρων.


Μπορεί να είναι είτε
chainworkers - εργάτες σε αλυσίδες καταστημάτων που είναι υποχρεωμένοι να φοράνε στολή, να διατηρούν ένα συγκεκριμένο επίπεδο σέρβις και να πουλάνε χαμόγελα που είναι εντελώς αταίριαστα με τους μισθούς ντροπής και τις συνθήκες εργασίας στις οποίες εξαναγκάζονται να δέχονται, είτε brainworkers - εργάτες της γνώσης, που δεν έχουν τίποτα άλλο να πουλήσουν παρά τις γνώσεις τους και το μυαλό τους (υπάλληλοι γραφείου, προγραμματιστές, ερευνητές, διαφημιστές, εν συντομία γνωστικοί - «cognitarians»), είτε απλώς άνεργοι.

Πρόκειται για εργάτες στους τομείς των υπηρεσιών και της γνώσης. Για ανθρώπους που βρίσκονται σε εργασίες οι οποίες διαρκώς αποκτούν όλο και πιο κομβικό ρόλο στην κοινωνική παραγωγή αλλά ακόμα δεν έχει βρεθεί τρόπος έκφρασης των συλλογικών αναγκών. Όλοι τους πέρα από το ότι υπόκεινται σε καθεστώς μόνιμης οικονομικής εκμετάλλευσης βρίσκονται στο επίκεντρο του καπιταλιστικού μετασχηματισμού των δυτικών κοινωνιών. Το κύριο προϊόν της εργασίας τους δεν είναι τα απτά υλικά αντικείμενα της βιομηχανικής εποχής αλλά η παράγωγη κοινωνικότητας και γνώσης, η οποία βασίζεται στις άυλες προσωπικές δεξιότητες της γλώσσας, της κίνησης του σώματος, της ικανότητας αφαίρεσης και σύνθεσης, της ικανότητας επικοινωνίας και επιρροής, της σκέψης και της νόησης, πρόκειται για τους εργάτες της βιομηχανίας των σχέσεων. Όταν λέμε ότι οι εργαζόμενοι παράγουν κοινωνικότητα εννοούμε μια συνθήκη ταύτισης του χρόνου, της σκέψης και των συναισθημάτων του εργαζόμενου με την πειθαρχική χρονικότητα της εργασίας, για τη συνθήκη που καταργεί το σύνορο μεταξύ παραγωγικού και προσωπικού χρόνου, για τη συνθήκη μας υποχρεώνει να υπακούμε πριν ακόμα μάθουμε τι πρόκειται να μας διατάξουν. Μια κοπέλα σε ένα μπαρ ενός εμπορικού κέντρου δεν πουλάει απλώς ποτά – πουλάει ένα συγκεκριμένο είδος επικοινωνίας και life style με το οποίο οφείλει να ταυτιστεί ώστε να ανταγωνιστεί το αντίστοιχο που παρέχουν οι κοπέλες των διπλανών μπαρ. Ακόμα χειρότερα η διαρκής εναλλαγή των ρόλων πωλητή – πελάτη μεταστρέφει την αλλοτρίωση σε καταναλώσιμες μορφές εμπορευμάτων χαλάρωσης, εκτόνωσης συμμετοχής. Επομένως τόσο o χώρος όσο και o χρόνος των ανθρώπων εμποδίζεται να αυτό-ρυθμιστεί, να αλληλεπιδράσει, να αποδομήσει τους γραμμικούς νόμους της προσφοράς και της ζήτησης, εμποδίζεται να εξέλθει από τη δαρβινική γεωμετρία της μισθωτής εργασίας, να διαλυθεί και γόνιμα να αναγεννηθεί μέσα στη δεξιοτεχνία της συμβιωτικότητας, του χαρίσματος, του μοιράσματος, εμποδίζεται να συνθέσει τη παρτιτούρα της αλληλεγγύης, της απόλαυσης, της εξέγερσης.


«Οι χώροι εργασίας είναι ο τελευταίος δημόσιος χώρος και έτσι πρέπει να ελέγξουμε τον χρόνο που ξοδεύουμε εκεί. Πέρα από την οικογένεια (αν έχουμε), οι υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις μας προέρχονται από τον χώρο εργασίας. Πόσοι βρίσκουν τον ερωτικό τους σύντροφο από τον χώρο εργασίας. Οι εταιρίες εκμεταλλεύονται για το σκοπό τους αυτή την επιθυμία για κοινωνικότητα, δίνοντας κίνητρα στους ανθρώπους με ένα μείγμα επιβλημένης χαράς, καλυμμένων απειλών, και αίσθηση πως είσαι μέλος σε κάτι, που αναγνωρίζουν πως κανένας άλλος δεν το παρέχει. Οι χώροι εργασίας δεν είναι πλέον επίσημα μέρη, όλοι πρέπει να είναι φιλικοί μεταξύ τους, αλλά αυτό ακριβώς δίνει την δυνατότητα στο αφεντικό να δημιουργήσει μια συναισθηματική σύνθεση, για να λειτουργήσει σαν αντάλλαγμα, σε ένα βαθμό που πρωτύτερα ήταν αδύνατο. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται αντίθετα από το προσωπικό τους ενδιαφέρον, γιατί δεν θέλουν να χάσουν το δίκτυο σχέσεων που έχουν από την εργασία τους, που χωρίς αυτήν θα γίνουν μη υπαρκτοί κοινωνικά και ορατά. Αυτό είναι εντελώς ασύμμετρο. Οι εργοδότες σε κάνουν να αισθάνεσαι πως θα τους προδώσεις αν παραιτηθείς ή αν κάνεις απεργία, αλλά δεν έχουν τέτοιες ενοχές όταν σας απολύουν στο πρώτο σφάλμα ή στα πρώτα σημάδια οικονομικού προβλήματος. Θέλουν την αγάπη σας, αλλά δεν σας δίνουν την αξιοπιστία τους.»

συνέντευξη με ένα μέλος του CreW για το ευρωπαϊκό πρεκαριάτο από το σουηδικό περιοδικό ΕΤC


«Ο χρόνος μας δεν είναι πια ανθρώπινος – φυσικός, ερωτικός, πολιτιστικός, ιστορικός – αλλά μόνο παραγωγικός. Ενώ είμαστε ελεύθεροι, ο χρόνος μας είναι σκλάβος. Αλλά τι είναι η ζωή μας χωρίς το χρόνο μας; Το πραγματικό πρόβλημα των σημερινών προλετάριων είναι ότι δεν έχουν χρόνο. Το ακούμε πια παντού: «δεν έχω χρόνο». Τι σημαίνει; Είναι παρανοϊκό οι άνθρωποι να λένε πως δεν έχουν χρόνο, αλλά το νόημα αυτής της δήλωσης είναι πολύ βαθύ. Είμαστε λοιπόν ελεύθεροι αλλά δεν έχουμε χρόνο. Η γλώσσα όμως χρειάζεται χρόνο. Τα συναισθήματα, η αγάπη, η πολιτική οργάνωση, όλα αυτά χρειάζονται χρόνο. Είμαστε ελεύθεροι αλλά είμαστε ένα τίποτα! Αυτό είναι το παράδοξο που διαβρώνει την ικανότητα αυτοοργάνωσης. (…)Αυτό δείχνει ότι δεν έχουμε πια τη δυνατότητα να βιώσουμε το χρόνο μας ως κάτι απτό, πραγματικό, ερωτικό, ως κάτι δικό μας. Δεν είναι πια δικός μας ο χρόνος. Η ζωή μας είναι κάτι πέρα από εμάς. Αυτό είναι η επισφάλεια, το precarity. Βεβαίως αυτό έχει πολλά να κάνει με την επισφάλεια στην εργασία, αλλά το κυρίως πρόβλημα δεν είναι η δουλειά μας, αλλά η επισφάλεια των κοινωνικών μας σχέσεων.»

από τη συνέντευξη με τον Franco Berardi (Bifo) που ακολουθεί στο παρών έντυπο


Επομένως η καπιταλιστική επισφάλεια πρόκειται για τη ηγεμονική συνθήκη πειθαρχίας και ελέγχου του συνόλου της ζωής, πρόκειται εντέλει για μια συνθήκη βιοεξουσίας. Έτσι λοιπόν ακόμα περισσότερο και πέρα από την εργασιακή επισφάλεια το κρίσιμο κοινό χαρακτηριστικό στις ζωές μας μέσα και έξω από την εργασία είναι η υπαρξιακή επισφαλεια. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά συνοψίζονται στην κωδική ονομασία «πρεκάριος».





Οι μοριακές κινήσεις των πρεκάριων

Αρχικά λοιπόν οι πρώτες καμπάνιες των chainworkers στόχευσαν στα μεγάλα super market και στα εμπορικά κέντρα, διότι εκεί συγκεντρώνονται αρκετοί πρεκάριοι οι οποίοι μπορούν να γίνουν ορατοί, αλλά και διότι τα εμπορικά κέντρα είναι οι νέες πλατείες (ιδιωτικού τύπου) των μητροπόλεών μας. Ακόμα περισσότερο και από τις κατασκευαστικές εταιρίες, και αντίθετα με αυτές, τα μεγάλα καταστήματα-αλυσίδες δεν μπορούν να κλείσουν τα μαγαζιά τους και να μετακομίσουν σε χώρες όπου το εργατικό δυναμικό είναι φθηνό. Στη συνέχεια επεκτείνουν το πεδίο της παρέμβασής τους στον αυτόνομο συνδικαλισμό και τη ριζοσπαστικοποίηση των εργατών των τηλεφωνικών κέντρων θεωρώντας μάλιστα ότι εκεί είναι η πιο σημαντική μάχη διότι αποτελούν τους επικοινωνιακούς κόμβους του σύγχρονου καπιταλισμού. Έπειτα δημιουργούν σημεία συναντήσεις των πρεκάριων «σημεία του Άγιου Πρεκάριου» και ομάδες νομικής βοήθειας. Βλέπουμε λοιπόν ότι προσπαθούν να ορατοποιήσουν τον εχθρό στην καθημερινότητά τους και όχι κάπου μακριά στους απρόσωπους παγκόσμιους οργανισμούς, στον ΠΟΕ, την Παγκόσμια Τράπεζα και τους G8 όπως το «κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης» αλλά στο εδώ, στο τώρα. Στη συνέχεια συντονίζονται με οργανώσεις βάσης (cobas) σε όλη την Ιταλία και δημιουργούν το πανιταλικό δίκτυο των πρεκάριων. Τέλος από το 2004 συντονίζονται με ομάδες από χώρες της Ευρώπης που εμπλέκονται στις ποικίλες αντανακλάσεις της προσωρινότητας, δημιουργώντας ένα ευέλικτο δίκτυο το οποίο διαρκώς διευρύνεται και οργανώνουν την Ευροπρωτομαγιά, στην οποία συμμετέχουν δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές σε ένα ξέφρενο βιοπολιτικό πανηγύρι επισφάλειας, σεξουαλικότητας, αλλοπρόσαλλων επιθυμιών, αγωνίας και ιστορίας, το «euromayday parade».






Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε χωρίς υπερβολή ότι σήμερα στο πολιτικό και πολιτιστικό εργαστήρι της Ιταλίας συντελείται μιας μορφής αναγέννηση. Μια αναγέννηση που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 με την επιστροφή των αυτοεξόριστων αυτόνομων από την Γαλλία, το φοιτητικό κίνημα του πάνθηρα και την έξοδο των κοινωνικών κέντρων από την γκετοποίηση της δεκαετίας του ‘80. Μια αναγέννηση που αφορά τα πολλαπλά επίπεδα της θεωρίας, των μορφών δράσης, της συλλογικής οργάνωσης, της αντικουλτούρας. Μέσα από την μακρά παράδοση του εργατισμού και της άρνησης της εργασίας επανατίθεται το ζήτημα του νοήματος της εργασίας ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιείται το ξεπέρασμα των παραδοσιακών εργατίστικων μύθων. Το ζητούμενο είναι η αυτό-σύνθεση μιας ζωντανής κοινωνίας που προχωράει πέρα από την εργασία, που ξεπερνά την λογική του επαγγέλματος, που επιτίθεται στην ηθική της εργασίας. Εδώ βέβαια κρύβεται ο κίνδυνος για την ανάδυση νέων επαναστατικών πρωτοποριών. Όμως οι πρεκάριοι σίγουρα δεν είναι το νέο επαναστατικό υποκείμενο. Πρόκειται περισσότερο για μια αλληλουχία κινήσεων, για ένα νομαδικό μόρφωμα, για μια διανυσματική κίνηση που διαπερνά διαγώνια το χωροχρόνο της πειθαρχίας, τις στιγμές εξουσίας και αντιεξουσίας, κουλτούρας και αντικουλτούρας, τις ποικίλες εκφάνσεις του φύλου. Πρόκειται για νέα υβριδικά συμπλέγματα τα οποία στο μέλλον θα αποτελέσουν τα κομβικά κύτταρα αναπαραγωγής του καπιταλισμού (τουλάχιστον στη δύση) και εκεί είναι που θα πρέπει να βρεθούν απαντήσεις. Το κράτος πρόνοιας και η ασφάλεια του οκτάωρου δεν πρόκειται να επανέλθουν και δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Η άυλη εργασία, η βιοπολιτική και η επισφάλεια γίνονται πλέον οι κεντρικές έννοιες για το χτίσιμο των αγώνων. Μια νέα πολιτική και πολιτιστική γραμματική αναδύεται η οποία επενδύει στους τομείς της επιθυμίας, σε όλη τη μικροκλίμακα, μιας και η βασική πάλη επανάστασης και αντεπανάστασης διεξάγεται πια στο ίδιο το επίπεδο της επιθυμίας. Το ερώτημα που τίθεται είναι πως τα νέα εκκολαπτόμενα κύτταρα που έως τώρα κινούνται ανοργάνωτα και διασπαρμένα στο σώμα της μητρόπολης μπορούν να συντονίσουν τους παλμούς τους, να προβάλουν την ποικιλία και τον πλούτο των διαφορετικών ταυτοτήτων τους, να κυκλοφορήσουν τους αγώνες τους, ώστε να οργανώσουν την συλλογική πληθυντική λιποταξία, όχι μια κραυγή διαμαρτυρίας αλλά την έξοδο από το καπιταλισμό…


«μπορούμε να αναμείξουμε τον ελευθεριακό, τον αντιρατσιστικό και τον διαφυλετικό (
transgender) κοινωνικό ακτιβισμό για να δημιουργήσουμε καινούργιες ριζοσπαστικές ταυτότητες που να μπορούν να ενώσουν τους ανατολικοευρωπαίους και τους δυτικοευρωπαίους αδερφούς και αδερφές σε ένα καινούργιο πολιτικό εγχείρημα»


Οι αντιεξουσιαστικές ομάδες που εμπλέκονται στο δίκτυο των πρεκάριων ορίζουν την προσωρινότητα «Precarity» ως την σκοτεινή πλευρά της ευέλικτης εργασίας, την κύρια αιτία της ανισότητας, ως μια γενικευμένη και διαρκώς επεκτεινόμενη κοινωνική κατάσταση, αλλά και ως την μαμή μιας νέας ριζοσπαστικής διαδικασίας υποκειμενοποίησης. Γνωρίζουν ότι κάθε κίνημα για να είναι αποτελεσματικό και για να ακουστεί πρέπει να δημιουργήσει ένα καινούργιο υποκείμενο, αν όχι μια καινούργια ταυτότητα. Και τα δύο όμως θα πρέπει να είναι κάθετα στην γλώσσα, την κουλτούρα και στον λόγο. Σε αυτή τη διαδικασία επινοούν την μυθοπλαστική*1 φιγούρα του άγιου πρεκάριου η οποία περιγράφει και αναπαριστά μια υπαρκτή κοινότητα, αυτή των προσωρινών εργαζομένων. Η περιγραφή με αυτό τον τρόπο μετατρέπεται σε ένα είδος ενεργητικής περιγραφής, η οποία μπορεί να εξηγηθεί ως την δυνατότητα και την επιθυμία να δημιουργηθεί ένα αίσθημα ενότητας, που βασίζεται σε κοινές ιστορίες και εμπειρίες που με τη σειρά τους γίνονται η αφετηρία για νέες συζητήσεις αλλά και για τη φαντασία νέων δράσεων. Το φαντασιακό λοιπόν της φιγούρας του πρεκάριου υπογραμμίζει την κεντρική σημασία της επικοινωνίας και της αναγνωρισιμότητας στην κυκλοφορία των αγώνων. Θέτουν ως στρατηγικό στόχο την κατασκευή ταυτοτήτων μέσα στις οποίες να μπορούν να αναγνωρίσουν ίχνη και στοιχεία οι άνθρωποι και ταυτόχρονα την κατασκευή κοινών τόπων – συνδετικών κρίκων συνάντησης και επικοινωνίας των πρεκάριων.


Βέβαια η κίνηση των πρεκάριων εμπεριέχει σίγουρα στο εσωτερικό της ποικίλες τάσεις. Από τη μια οι προτάσεις για να επαναορίστουν τα δικαιώματα του ανθρώπου με τα αριστερίστικα αιτήματα για εγγυημένο εισόδημα και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού
lobby επισφαλών εργαζομένων ή ακόμα και τη δημιουργία ενός εναλλακτικού κόμματος των πρεκάριων μέχρι την αυτοπαραγωγή και την καθολική άρνηση της εργασίας εκτείνεται μια μεγάλη εύφορη περιοχή για πειραματισμούς. Το σίγουρο είναι ότι στη γείτονα χώρα η δημόσια συζήτηση έχει ανοίξει…



Το πρεκαριάτο δεν είναι αναπαράσταση

Η παραπάνω βιοπολιτικη κατάσταση της υπαρξιακής και εργασιακής επισφαλειας είναι προφανές ότι δεν μπορεί να εκφραστεί και δεν χωράει μέσα στα παραδοσιακά γραφειοκρατικά συνδικάτα. Το πλήθος των πρεκάριων δεν μπορεί να διαμεσολαβηθεί, ούτε να αντιπροσωπευθεί, δεν μπορεί να δώσει υποσχέσεις, δεν συμμετέχει στις μόνιμες συμφωνίες, δεν μπορεί να συνάψει συμφωνίες, δεν επιτυγχάνει ποτέ τη θέση του νομικού προσώπου επειδή ποτέ δε μεταφέρει και δεν διεκδικεί τα φυσικά του δικαιώματα με τον κυρίαρχο. Δεν μπορεί να αποκτήσει ούτε να μεταφέρει πολιτικά δικαιώματα. Το πλήθος των πρεκάριων εμποδίζει αυτήν την «μεταφορά» με την ίδια του την ύπαρξη (μέσω του πληθυντικού του χαρακτήρα) και από τον τρόπο που συμπεριφέρεται.

Το σύμπαν των πρεκάριων είναι μη αναγώγιμο στα σχήματα των μεγάλων στρατηγικών του «να κανείς πολιτική». Έτσι λοιπόν, φαίνεται ότι μακριά από την ηγεμονική λογική και τις λενινιστικές καταβολές των αριστεριστών τύπου tutte bianche μια νέα κίνηση αυτονομίας πνέει στο αρχιπέλαγος του ιταλικού ανταγωνιστικού κινήματος. Την παρακολουθούμε με ενδιαφέρον και ευχόμαστε οι πολιτικές οργανώσεις και τα θεσμικά συνδικάτα να σπάσουν τα μούτρα τους στην προσπάθεια να αφομοιώσουν, να οικειοποιηθούν και να παράξουν υπεραξία από τους ελπιδοφόρους αγώνες των πρεκάριων.



*1 Ο Wu Ming 1, ενας από τους αφηγητές της κολεκτίβας Wu Ming από τη Bologna, γνωστός και ως Luther Blisset, έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ενασχόλησής του στην ιδέα της μυθοπλασίας, και την ορίζει κάπως έτσι:

«Η κοινωνική διεργασία της κατασκευής μύθων, χωρίς να εννοούμε “ψεύτικες ιστορίες”, αλλά ιστορίες κοινές που λέγονται, επαναλαμβάνονται και χρησιμοποιούνται από μία τεράστια και πολυσχιδή κοινότητα, ιστορίες που, ίσως, δίνουν υπόσταση σε ένα είδος ιεροτελεστίας, μία αίσθηση συνέχειας μεταξύ αυτού που εμείς κάνουμε και αυτό που έκαναν άλλοι άνθρωποι στο παρελθόν…Τα ιταλικά κοινωνικά κινήματα είχαν την ικανότητα να εμφανιστούν ως πλήθη ανθρώπων που περιγράφουν τους εαυτούς τους μέσα από μια αδιάκοπη, ζωντανή ροή ιστοριών, χρησιμοποιώντας αυτές τις ιστορίες σαν όπλα που θα επέβαλλαν ένα νέο φαντασιακό από την βάση. Όταν μιλάμε για “μύθους”, εννοούμε ιστορίες που είναι απτές, φτιαγμένες από αίμα, σάρκα και σκατά». (Wu Ming, 2002)



το παρών κείμενο είναι εισαγωγή στο έντυπο ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑ εκδ. Τα Μάτια Του Πλήθους από την αντιεξουσιαστική επιθεώρηση BLACK OUT στο Κοινωνικό Εργοστάσιο