Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2007

PRECARITY νέες υποκειμενικότητες και παραδοσιακοί μύθοι


PRECARITY νέες υποκειμενικότητες και παραδοσιακοί μύθοι

δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριου του 2005 απο τον Μίμη στην αντιεξουσιαστική επιθεώρηση Black Out στο κοινωνικό εργοστάσιο

Το τελευταίο διάστημα ένα κομμάτι κόσμου που βρίσκεται στην κατάληψη φάμπρικα υφανέτ και κινείτε γύρω από την αντιεξουσιαστική επιθεώρηση μπλακ αουτ έχει επιλέξει όχι στην βάση ενός οργανωμένου σχεδίου αλλά από ένα πολιτικό ένστικτο πιο πολύ διαισθητικό, να αφιερώσει ένα σημαντικό κομμάτι της ενασχόλησής του στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στους μετασχηματισμούς στο πεδίο της εργασίας και την αναδιοργάνωση στην σφαίρα της κοινωνικής ζωής.

Συνθηματικά αυτή ενασχόληση συμπυκνώθηκε στην έννοια του πρεκαριάτου. Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια προσωπική ανάγνωση αυτής της ενασχόλησης, που διεξάγεται όμως μέσα σε συλλογικές διαδικασίες και συνεπώς διαμορφώνεται καθοριστικά από αυτές.

Το πρεκαριάτο

Το πρεκαριάτο δεν είναι το νέο επαναστατικό υποκείμενο. Δεν πρόκειται να υποκαταστήσει εκμοντερνισμένα την αγωνία ενός αριστερού, αριστερίστικου ή και αναρχικού χώρου να φτιάξει έναν νέο αχυράνθρωπο.

Δεν πρόκειται να φτιάξουμε αφαιρέσεις και να τις επενδύσουμε με προσδοκίες και νομοτέλειες που πολύ απλά δεν έχουν. Διερευνούμε φιγούρες και κοινωνικές σχέσεις που γίνονται ολοένα και πιο πλειοψηφικές.

Το πρεκαριατο αποτελεί μια μορφή κοινωνικής σχέσης με διττή προέλευση και διαδρομή. Από τη μία στέκεται η κινηματική ιστορία με την άρνηση της εργασίας, όχι μόνο ως καταναγκασμού ή μηχανισμού αλλοτρίωσης και εξουθένωσης, αλλά ως μια διερώτηση, ένα διάτων ερώτημα, ποιο το νόημα να δουλεύουμε, τι νόημα αντλούμε από το να παράγουμε υπηρεσίες πολλαπλασιαστές της αποξένωσης; Από την άλλη εκτείνονται οι διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού που εκτυλίσσονται τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Η έκρηξη του υποκειμένου και η Βαβέλ των ταυτοτήτων, προσκολλημένες στον μαγνητικό πεδίο της κατανάλωσης, μετατρέπουν σε εμπόρευμα και συναίνεση την ετερότητα. Επιπλέον εφαρμόζονται σταδιακά όλο και πιο ελαστικές προσωρινές σχέσεις στην εργασία. Η αίσθηση μιας καταμερισμένης καθημερινότητας στα διάφορα πεδία της ζωής στον καπιταλισμό γίνετε κομμάτια. Χάνεται η δυνατότητα να προβλεφθεί το μέλλον. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναπαράγουν τα σχέδια των προηγούμενων γενιών. Δε χωρούν στο παραδοσιακό μοτίβο ζωής.

Ή έκρηξη της κατανάλωσης, η διείσδυση του εμπορεύματος από τον έρωτα μέχρι τη διασκέδαση και τη μεταφυσική δεν συνηγορεί μόνο στη ανάγκη του κεφαλαίου να βγάλει υπεραξία από αυτές τις πτυχές της κοινωνικής ζωής. Ακόμη περισσότερο, δεν σημαίνει μόνο την αναγκαιότητα να μετατοπιστεί η παραγωγή σε υπηρεσίες επειδή ο βιομηχανική παραγωγή αυτοματοποιείτε ή μεταναστεύει όπως με μερικό τρόπο ερμηνεύει ο νέγκρι και λοιποί εργατιστές διανοούμενοι. Κυρίως αποτελεί την μόνη διέξοδο ,ώστε η κυριαρχία να συνεχίσει να διατηρείται στον αφρό.

Οι κοινωνικοί αγώνες που μπορεί να ξεκινούσαν από την εργασία, το φύλο, τα δικαιώματα γέννησαν σταδιακά ένα γαλαξία πειραματισμών στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων. Η δεκαετία του 70 με τα λεγόμενα κινήματα της αμφισβήτησης συμπύκνωσε και συγκέντρωσε, έστω και θολά, μια κριτική όλων των θεσμών της κοινωνίας. Από το ρόλο της γυναίκας, την οικογένεια, τη θρησκεία, το έρωτα, το νόημα της εργασίας.

Η κριτική αυτή φάνταζε απειλητική και για τους δύο πόλους της αντιπαράθεσης, τον μαρξισμό (παραδοσιακό ή αυτόνομο) και τον καπιταλισμό.
Ο καπιταλισμός επιτυχημ
ένα ομολογουμένως αφομοίωσε αυτή την υπερσυσσώρευση ριζικής κριτικής προσφέροντας την δυνατότητα στα υποκείμενα να αγγίξουν αυτές τις αναζητήσεις διαμέσου του εμπορεύματος. Άρχισε να δημιουργεί επικερδείς βιομηχανίες σε όλα τα πεδία της καθημερινότητας. Το εμπόρευμα αποτέλεσε έναν γρήγορο και άκοπο μηχανισμό να συσκευάζονται οι ανατρεπτικές επιθυμίες.

Το αντίπαλο δέος, ο λενιστικός και αυτόνομος εργατισμός από την άλλη, δεν λειτούργησε πολύ διαφορετικά αν και αναμφισβήτητα με μικρότερη απήχηση και επιτυχία. Αποπειράθηκε την κριτική να την εντάξει στην δικιά του κοσμοθεώρηση, την δικτατορία των αναγκών. Η προσπάθεια να ερμηνευθούν όλα τα πεδία του προβληματισμού που μπήκαν εκείνη την εποχή με βάση την υπεραξία που αντλούν τα αφεντικά, δεν ήταν διόλου τυχαία. Η αμφισβήτηση του ρόλου της γυναίκας ως του κοινωνικού μασέρ του κουρασμένου ταξικού αγωνιστή απαντήθηκε, από αυτή την τάση με την εξωφρενική λογική του μισθού για την νοικοκυρά.

Δηλαδή παραβλέπουμε την εξουσιαστική σχέση, τους ρόλους και τους καταναγκασμούς στο εσωτερικό της σύγκρουσης άνδρα γυναίκα βαφτίζοντας την ταξικό υποκείμενο που της κόβουμε και μισθό από πάνω προς όφελος τελικά της σύγκρουσης εργασίας κεφαλαίου. Η ανατροφή του παιδιού, ακολούθως εντάχθηκε εξ ολοκλήρου στην παραγωγή αξίας στον καπιταλισμό. Αναμφισβήτητα, οι δουλειές στο νοικοκυριό κρατούν σε λειτουργία την καπιταλιστική μηχανή σε επίπεδο παραγωγής υπεραξίας. Αυτό το κάνει εν γένει η δραστηριότητα στα πανεπιστήμια, ο πατριωτικός εθελοντισμός κτλ. Το θέμα βρίσκεται στην κεντρικότητα που καταλαμβάνει η παραγωγή αξίας σε αυτές τις σχέσεις. Για παράδειγμα πολύ πριν την αστικοποίηση και την βιομηχανική επανάσταση, οι γυναίκες φρόντιζαν τα παιδιά τους, μαγείρευαν και αν τους περίσσευε χρόνος δούλευαν και στα χωράφια.

Χωρίς να υπάρχει καπιταλισμός. Στην ελλάδα αυτή η κοινωνική συνθήκη ήταν παρούσα μέχρι τα τέλει του 50. Είναι μια τεράστια αφαίρεση και αυθαιρεσία να ανάγουμε όλες αυτές τις σχέσεις σε ένα ζήτημα μισθού ή αξίας για τον καπιταλισμό. Ήταν και παραμένουν ρόλοι παγιωμένοι, οι οποίοι περιλαμβάνουν έναν ωκεανό καταναγκασμών που ένα μόνο κομμάτι τους είναι η απλήρωτη μορφή εργασίας που έχουν. Άλλωστε, απώτερος στόχος είναι για παράδειγμα η συλλογική ανατροφή των παιδιών, η συλλογικοποίηση της ζωής ευρύτερα. Αυτή είναι η έξοδος για εμάς από τον καπιταλισμό και όχι ο μισθός της νοικοκυράς. Εν ολίγοις αποσκοπούμε να αντιστρέψουμε το κοινωνικό παράδειγμα και όχι να το ωθήσουμε σε μια κρίση (σύγκρουση εργασίας κεφαλαίου) που ως γνωστόν θα φορτίσει με ζωτικότητα τις μπαταρίες τους συστήματος ανοίγοντας νέα πεδία εμπορευματοποίησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστοι1 οι αγώνες που έγιναν για κοινωνικό μισθό στις νοικοκυρές, όμως, είναι υπεραπλούστευση να γενικεύεται το μερικό αυτό ζήτημα σε συνολικό. Μας φαίνεται ότι με αυτόν τον τρόπο, ο καπιταλισμός νοούμενος ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα κυριαρχίας υποβιβάζεται σε ένα μηχανισμό παραγωγής υπεραξίας για το κεφάλαιο. Νομίζουμε ότι είναι κάτι πολύ παραπάνω και η πραγματικότητα έχουμε την αίσθηση ότι μας επιβεβαιώνει. Το περίεργο στην όληυπόθεση είναι ότι τα ερμηνευτικά αυτά σχήματα παρά την πασιφανή ρηχότητα τους εξακολουθούν να επιβιώνουν. Η μάλλον για να το διατυπώσουμε καλύτερα η ρηχότητα τους ίσως είναι και ο λόγος που επιβιώνουν σε εποχές που το συλλογικό και τα οράματα ατροφούν.

Η κωδικοποίηση του πρεκαριατου

ως μια στρατηγική του κινήματος πηγάζει από έναν σύμπαν ερμηνειών, αναλύσεων και συμπεριφορών που εμφανίστηκαν από το τέλος των κινημάτων της αμφισβήτησης και μετά. Ένα κεντρικό σημείο είναι οι μετασχηματισμοί στην εργασία, που περιληπτικά συνοψίζονται σε αυτό που ονομάστηκε μεταφορντισμός, όπως και αν ορίζεται αυτός. Τους μετασχηματισμούς αυτούς στο ερώτημα τι συμπυκνώνουν και πως περιγράφονται, εν συντομία θα λέγαμε ότι γεννήθηκαν μαζικά παραγωγικά υποκείμενα των οποίων οι παραγωγικές ικανότητες είναι τόσο ριζωμένες στις ανθρώπινες δεξιότητες (γλώσσα, κοινωνικότητα, επικοινωνία και νόηση), έτσι, ώστε δεν επιτρέπετε πλέον ο διαχωρισμός μεταξύ εργασιακής διαδικασίας και καθαρής κοινωνικής ύπαρξης. Έτσι σχηματίζετε ένα όλο, που υπάγει το σύνολο της ύπαρξης στην ετερονομία. Ένα όλο που δεν αποτελεί απλώς συνάθροιση των επιμέρους παραγόντων, αλλά δημιουργεί μια νέα ποιότητα, τις νέες φιγούρες.

Με βάση τα παραπάνω, ερμηνείες που τοποθέτησαν την επέκταση των εμπορευματικών σχέσεων σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής, ως μια μορφή εργασίας με την φιγούρά του κοινωνικού εργάτη να αντικαθιστά αυτή του εργάτη μάζα2 (θεωρία του κοινωνικού εργοστασίου), δεν μπόρεσαν να διεισδύσουν στην ρίζα των μετασχηματισμών. Προσπάθησαν να απλουστεύσουν το άλμα της κυριαρχίας σε κάθε σημείο της ζωής, υποβάλλοντας έναν ηγεμονικό ρόλο στο κομμάτι της εργασίας. Σε ένα μπαρ για παράδειγμα, βάζει ως κεντρική την εργασιακή θέση όσων δουλεύουν και υποβαθμίζει τους καταναλωτές σε απλούς αναπαραγωγούς. Αντιθέτως, μας φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσουμε σε τέτοιες αναγωγές και ιεραρχήσεις από τη στιγμή που σε χώρους που κατ’ εξοχήν παράγουν σημασίες επικοινωνίας, κοινωνικότητας, με όρους εμπορεύματος, ακόμη και ο εργαζόμενος υιοθετεί στυλ και ταυτότητες που επηρεάζονται περισσότερο από τον κοινωνικό χαρακτήρα3 του χώρου παρά από την σύγκρουση αφεντικού εργάτη. Παρ’ όλο ότι εργάζεται νιώθει ότι ανήκει σε μια κοινότητα. Μπορεί να εκτιμήσει κανείς ότι το κεφάλαιο με την μορφή του εμπορεύματος αποτελεί μόνο το όχημα της ευρύτερης άλωσης του κοινωνικού από την ετερονομία. Απαντήσαμε παραπάνω γιατί συνέβη αυτό και ποιο ήταν το διακύβευμα.

Αρνούμενοι σε ένα βαθύτερο σημείο ανάλυσης τον εργατισμό πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτοί οι μετασχηματισμοί στην εργασία ήταν κομμάτι μιας αλυσιδωτής έκρηξης που προκλήθηκε από κοινωνικότητες που φαινόταν ότι δεν χωρούσαν σε ρόλους και κοινωνικές δομές του παρελθόντος(παραδοσιακή οικογένεια,αγροτικη ζωή, πουριτανισμός, ηθική της εργασίας κτλ). Η βιομηχανία της διασκέδασης που αναπτύχθηκε, συγκεντρώνει πολλά από τα χαρακτηριστικά της συνεργατικής ανθρώπινης δραστηριότητας που υπήρχαν εκτός αγοράς για αρκετό καιρό και από ένα σημείο και έπειτα εγκολπώθηκαν στο καπιταλιστικό μοντέλο σε μια προσπάθεια ώστε το σύστημα να τους χωρέσει όλους.

Ο απώτερος στόχος ήταν να ομογενοποιήσει τις υπερβάσεις όχι λειαίνοντάς τες μόνο με τη βία, αλλά κυρίως απλώνοντας τα όρια του πέρα από τις κορυφογραμμές των αρνήσεων. Για να το συμμαζέψουμε λίγο το πράγμα, όταν αναφερόμαστε σε γνωσιακούς εργάτες δεν εννοούμε μόνο όσους εργάζονται ως προγραμματιστές για παράδειγμα, αλλά κυρίως το γενικότερο σύνολο των μορφών εργασίας που εμπεριέχουν αναπόδραστες ανθρώπινες κοινωνικές δεξιότητες, και χωρίς αυτές δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Οι εργαζόμενοι, σε άυλες μορφές παραγωγής κατά κύριο λόγο, παράγουν υποκειμενικότητα, ένα τρόπο και ένα περιβάλλον για να δομούνται οι κοινωνικές σχέσεις στα πεδίο της κοινωνικότητας, της επικοινωνίας, της πολιτισμικής σφαίρας. Δημιουργούν το πολιτισμικό περιεχόμενο του προϊόντος. Το πλαίσιο της κοινωνικής σχέσης που θα εκτυλιχθεί η ικανοποίηση μιας κοινωνικής ανάγκης. Δευτερευόντος είναι παραγωγοί κεφαλαίου. Αυτό συμβαίνει γιατί ηεμπορευματοποίηση μη υλικών κοινωνικών αναγκών έβαλε δυναμικά στο παιχνίδι παράγοντες όπως η επικοινωνία, που μεσολαβούν ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση. Από το μπαρ έως τις εταιρίες ανακύκλωσης, το ζητούμενο για την κυριαρχία είναι πως θα μεταφραστεί όλο αυτό το πλεόνασμα επικοινωνίας, γνώσης, συνεργασίας, με όρους παραγωγικότητας. Ένα μύθο που πρέπει να αναμφίβολα να καταστρέψουμε, και μια λογική (της παραγωγικότητας) που πρέπει να αποδομήσουμε.


Το λεπτό σημείο

Στην προτελευταία πρόταση λέμε με οικονομικούς όρους ότι αυτή είναι η επιδίωξη του κεφαλαίου. Ε , το να λέει κάποιος ή κάποια ή ακόμη χειρότερα πολιτικοί χώροι ότι τα πάντα πια έχουν γίνει εργασία, άθελά τους ελπίζουμε, ταυτίζεται με την κίνηση της κυριαρχίας να τα εντάξει όλα στο σχήμα της εργασίας. Να μετριούνται τα πάντα με όρους παραγωγικότητας. Το σχήμα αυτό στοχεύει να αποικίσει κάθε πτυχή της ζωής μας Αναπολεί, όχι άδικα, τις εποχές που τα πράγματα ήταν απλά ή έστω έτσι νόμιζε ότι ήταν. Τότε που η ηγεμονία του λενισμού είχε διαμορφώσει ένα κλίμα αυτάρκειας για τους αγωνιζόμενους εργάτες. Την ψυχεδελική εξίσωση εργατικού αγώνα και επαναστατικής διαδικασίας. Σήμερα ο εργατισμός επανέρχεται μασκαρεμένος σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή του λέγοντας ότι όλα πια έχουν γίνει εργασία. Διευρύνοντας τα όρια της τάξης για να τους χωρέσει όλους, να τους ομογενοποιήσει. Σας θυμίζει κάτι από την προηγούμενη παράγραφο; Ενώ όμως οι όροι έχουν αλλάξει η σύγκρουση κεφαλαίου εργασίας εξακολουθεί να είναι το κεντρικό πολιτικό επιχείρημα. Εκεί που διατηρεί αλώβητους τους όρους του λενιστικού παρελθόντος είναι στην αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία αντιαμερικάνική ή αντι –αντιαμερικάνικη.

..

.Το να αναδεικνύεται η εργασία, ακόμη και αν είναι βασική ασχολία του ανθρώπου, στην καθοριστική έννοια της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι μια μορφή προτεσταντικού ασκητισμού, που εξυπηρετεί βασικά την προπαγάνδιση του συστήματος. Ο κόσμος δεν είναι ένα απέραντο εργοτάξιο.Η σημαντική διάσταση του υλισμού είναι η ανθρώπινη απόλαυση και ευτυχία και μόνο σε σχέση με αυτά μπορεί να θεωρείτε εργασία. Το σύστημα για να εξισορροπήσει την καταπιεσμένη προσωπική ευτυχία, δημιουργησε μια μαζική κατανάλωση, σαν υποκατάστατο ψυχαγωγίας, που προλαβαίνει να εκτονώνει τη γενική δυσαρέσκεια...
(Εμεις Αυτό και οι Αλλοι, Γιωργος Μεταξάς, Μαυρη Λίστα, 2001)

ξανα πρεκαριάτο

Οι κινήσεις των πρεκάριων πού άρχισαν πριν από κάποια χρόνια στην ιταλία έβαλαν στο κέντρο της αντιπαράθεσης την έννοια της προσωρινότητας σε όλα τα πεδία της ζωής. Από την εργασία μέχρι τις φιλικές σχέσεις. Η καταγωγή αυτών των απόψεων έχει την αφετηρία της στην πληθυντική υπαρξιακή ποικιλότητα που γονιμοποιήθηκε στα κοινωνικά κέντρα. Ταυτότητες που επιτίθενται λυσσαλέα στον καθωσπρεπισμό της ζωής στην παραδοσιακή αγωνιστική οικογένεια. Συνεχιστές της διάχυτης αυτονομίας των ινδιάνων των μητροπόλεων. Μπερδεύουν τις ταυτότητες στο φύλο και τη σεξουαλικότητα, διευρύνουν τα επικοινωνιακά δίκτυα, αναζητούν μουσικές που μπορούν να συντονιστούν με το ρυθμό της πόλης. Το βασικότερο δεν επενδύουν χρόνο και προσδοκίες στην εργασία αυτή καθ’ αυτή. Νέες κοινωνικότητες ανεξίτηλα χαράζουν τις πλειοψηφικές αυτές φιγούρες. Πλειοψηφικές όχι γιατί είναι περισσότεροι, αλλά γιατί φέρνουν νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά για το πώς έχει σημασία να ζούμε. Τι έχει αξία στον μεταμοντέρνο φασισμό που ζούμε.

Η προσωρινότητα όπως μπαίνει κεντρικά είναι πολύπλοκη. Από τη μια το σύστημα προσπαθεί να διευρύνει την προσωρινότητα στην εργασία και την ευκαιριακότητα στο κοινωνικό πεδίο της ύπαρξης αυξάνοντας την παραίτηση, καταδικάζοντας μας να ζούμε σε ένα διαρκές παρόν. Υπό αυτή την έννοια εντείνει σε ένταση την επίθεσή του. Στον αντίποδα οι νέες γενιές αρνούνται τις σημασίες που για χρόνια επένδυαν την εργασιακή ηθική. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που οι πρεκάριοι δεν επιλέγουν ως κύριο πεδίο αντιπαράθεσης το χώρο εργασίας4. Εμφανίζονται ως ένα πολύχρωμο ποτάμι στις αρτηρίες των πόλεων για να διαδηλώσουν την επιθυμία να επιτεθούν συνολικά στην κενή νοήματος καπιταλιστική προσταγή. Ο τρόπος, σε στυλ parade χωρίς να γίνεται πασιφιστικός δηλώνει ρητά ότι δεν παραπέμπει στο αίτημα για παραπάνω ένσημα και μόνο αλλά σε μια αλλοπρόσαλλη ύπαρξη, που η σχιζοφρένεια των ρόλων που καθημερινά υποδύεται, διαλύει τον εαυτό για να τον επανασυγκροτήσει σε μια εγωιστική μηχανή. Η ανάμειξη του underground με την προσωρινότα συμβολίζει κάτι σημαντικό. Τη ρήξη με τις μαζικές κουλτούρες όχι ως στυλ, αλλά ως μια στάση ριζοσπαστική, αγωνιστική. Τα υποκείμενα αυτά δεν ζητούν απλώς περισσότερη εργασιακή ασφάλεια για να συνεχίσουν τους κύκλους δουλειά, τηλεόραση σουπερμαρκετ. Ούτε αυτοεξαπατούνται με την υπόσχεση κάτσε να τα πάρουμε αυτά και μετά θα ασχοληθούμε και με τα υπόλοιπα. Το στοίχημα που βάζουν οι αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες είναι να συνθέσουν ένα κοινωνικό πρόταγμα, μια ολότητα, που να εμπερικλείει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά άρνησης της εργασίας με τις νέες μορφές επικοινωνίας, γνώσης και δημιουργίας νοημάτων ζωής. Η αβεβαιότητα σοβαρά να λογισθεί ως μια διαρκή κίνηση προς την ουτοπία και να μην επιδιωχθεί ένας ακόμη συμβιβασμός (τουλάχιστον όχι μόνο αυτό) με το μεταφορντιστικό παράδειγμα. Να φτιάξουν δίκτυα που να οικειοποιούνται το πλεόνασμα κοινωνικών δεξιοτήτων που ο καπιταλισμός μετατρέπει σε εμπόρευμα παραγόμενο με όρους προσωρινότητας. Να προχωρήσουν στην γενικευμένη αυτοαξιοποίηση των δυνατοτήτων που βουλιάζουν και χάνονται σε μια αθλιότητα συνηθειών που τελικά παράγουν οδύνη και μοναξιά.

  1. Ταυτόχρονα εδώ θέλουμε να προσθέσουμε επισημάσεις συντρόφων, ότι στο ανδροκρατούμενο κόσμο της εργατικής αντίστασης αποτελούσε μια ρήξη η σύνδεση με το εργατικό κίνημα υπό την έννοια ότι οι γυναίκες αποκτούσαν λόγο για να στραφούν σε ορισμένες περιπτώσεις εναντίον του αγωνιστικού μισογυνισμού.
  2. Εδώ να σημειώσουμε ότι ακόμη και οι πρωτοπώροι της προσέγγισης του κοινωνικού εργοστασίου όπως ό νέγκρι έχουν αναγκαστει να αναδιπλωθούν μιλωντας για βιοπολιτική, γενική νόηση, βιοεξουσία κτλ
  3. Ο κοινωνικός χαρακτήρας σε ένα πρώτο χρόνο κάποιες φορές μπορεί σε περιλαμβάνει μια μορφή ψυχολογικής βίας που να επιβάλει μια κοινωνικότητα που με την επανάληψη και την συνήθεια ενσωματώνεται ως αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού.
  4. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν οργανώνονται στο χώρο εργασίας ή ότι υποτιμάτε μια τέτοια οπτική, αλλά ότι επιλέγουν ως κεντρικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης τους χώρους που η βιοεξουσία ανθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: